Ένρινον είναι και το [γ], όταν ευρίσκεται προ των ουρανικών [κ], [γ], [χ] ή προ του [ξ]: άγκυρα, αγγείον, άγχω, άγξω (Αχιλλέας Τζάρτζανος) ▪ Συλλογιστείτε πώς προφέρεται το πρώτο [γ] στις λόγιες <παγγερμανισμός>, <παγγνωσία> ή <συγγνωστός>, στις οποίες, κατ’ εξαίρεση, δεν έχουμε τροπή του δεύτερου συμφώνου ▪ Αρκετές φορές, τα [μπ] και [ντ] μέσα στη λέξη είναι οι άλλες μορφές των [μβ] και [νδ]: κόμβος → κόμ̂πος, ένδεκα → έν̂τεκα ▪ Αυτό που ουσιיαστικά τρέπεται είναι το δεύτερο σύμφωνο ▪ Όταν γράφω και τα δίψηφα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] αφορούν δύο φθόγ̂γους, προσθέτω ένα διיακριτικό ώστε να αναγνωρίζουν απαξάπαν̂τες πώς προφέρον̂ται ▪ Εάν δε γίνει η αναγ̂καία γραπτή διיάκριση ανάμεσα στα έρρινα και τα άρρινα δίψηφα, σε λίγον καιρό θα αναφερόμαστε στην αλλοίωση και τον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (κόμπος [b] ⇔ κόβος, έντεκα [d] ⇔ έδεκα, άγγελος [g] ⇔ agel ≠ angel < άγ̂γελος)

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2023

ΤΕΜ̖ΠΗ 28-02-2023: ΑΝΕΙΠΩΤΟΣ ΘΡΗΝΟΣ - ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ!






Στη μνήμη των αδικοχαμένων συνανθρώπων μας, στην πλειοψηφία τους στο λυκαυγές της ζωής τους και με ανεκπλήρωτα όνειρα, οι οποίοι είχαν φρικτό και αδόκητο τέλος, λόγω της χρόνιας εγ̂κληματικής αμέλειας από μέρους της Πολιτείας



ΜΟΙΡΟΛΟΪ (1982)
Συνθέτης: Zulfi Livaneli
Στιχουργός: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Ερμηνεύτρια: Μαρία Φαραν̂τούρη

Μες στο κοιμητήρι

αχ, μικρή βροχή

κάνε να μη σβήσει

τούτο το κερί

Κι ούτε ένα λουλούδι

να μη μαραθεί

δεν τον [→ δεν̂τον] σκοτώσαν

έχει κοιμηθεί

Κι εσύ, αγέρα,

πάψε πια να κλαις

δεν έχει φύγει

ψέματα μου λες

Μην κοιτάς [→ μηγ̂κοιτάς] το στήθος

που ’χει ματωθεί

δεν τον [→ δεν̂τον] σκοτώσαν

έχει κοιμηθεί

Ζεστό σαν το [→ σαν̂το] ψωμί

καθάριο σαν νερό

ένα παλληκάρι

είκοσι χρονών

Ούτε που τ’ αφήσαν

ν’ απολογηθεί

δεν τον [→ δεν̂τον] σκοτώσαν

έχει κοιμηθεί

Μαύρο κοιμητήρι

πώς και να γενείς

κάμ̂πος της ελπίδας

και της προσμονής

Ο αρχάγ̂γελός μου

έχει πια χαθεί

μου τον σκοτώσαν

δε θα ξαναρθεί (δις)

ΕΦΥΓΕΣ ΝΩΡΙΣ (1986) 
Συνθέτης: Σταμάτης Σπανουδάκης
Στιχουργός: Αν̂τώνης Ανδρικάκης
Ερμηνεύτρια: Ελευθερία Αρβανιτάκη

Έφυγες νωρίς

ούτε που πρόλαβα ν’ αρχίσω

Έφυγες νωρίς

μα είχα κι άλλα να σου πω

λόγια μυστικά

την άλλη όψη σου ν’ αγ̂γίξω

λόγια μαγικά

από έναν κόσμο [→ έναγ̂κόμο] μου κρυφό

Έφυγες νωρίς

κομματιασμένες υποσχέσεις

Έφυγες νωρίς

χειρονομίες βιαστικές

Έκλεισες σιγά

την πόρτα [→ τημ̂πόρτα] μήπως με πονέσεις

Βρήκες, τελικά,

δυο τρεις κουβέν̂τες τυπικές

Ποιος φωνάζει

ποιος πληγώνει τη σιיωπή

τι να θέλει να μου πει; (δις)

Έφυγες νωρίς

και όλα μείνανε στη μέση

Ό,τι και να πω

ακροβασία στο κενό

Τόση μοναξιά

σε ποιο αστείο να χωρέσει

τίποτα δε ζω

που να μη φαίνεται φθηνό

Ποιος φωνάζει

ποιος πληγώνει τη σιיωπή

τι να θέλει να μου πει; (δις)

ΓΙΑ ΠΟΥ ΤΟ ΒΑΛΕΣ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ (1999)
Συνθέτης: Ορφέας Περίδης
Στιχουργός: Νατάσα Μεσσήνη
Ερμηνευτής: Ορφέας Περίδης

Για πού το ‘βαλες, καρδιά μου,

μ’ ανοιχτά πανιά

για ποια πέλαγα ουράνια*

άστρα μαγικά;

Για πού το ‘βαλες, καρδιά μου,

μ’ ανοιχτά πανιά;

Για ποια μακρινή πατρίδα

έρμη ξενιτιά;

Θάλασσα, ουρανός μ’ αστέρια,

πουθενά στεριά

Για πού το ‘βαλες, καρδιά μου,

μ’ ανοιχτά πανιά;

Ποια αγάπη, ποιο λιμάνι,

ποια παρηγοριά;

Θα ‘χεις αγ̂καλιά το κύμα

χάδι το νοτιά.

Για πού το ‘βαλες, καρδιά μου,

μ’ ανοιχτά πανιά;

*ουράνια αν̂τί του ορθού ουράνιיα, δηλαδή με συνίζηση της διφθόγ̂γου, ώστε να σχηματίζεται ρίμα.

ΟΝΕΙΡΟ ΗΤΑΝΕ (1999)
Συνθέτης-ΣτιχουργόςΑλκίνοος Ιωαννίδης
ΕρμηνευτήςΑλκίνοος Ιωαννίδης

Ο ουρανός ανάβει τα φώτα

τίποτα πια δε θα ’ναι όπως πρώτα

Ξημέρωσε πάλι

Ξυπνάω στο φως, τα μάτια ανοίγω

Για λίγο νεκρός, χαμένος για λίγο

Ξημέρωσε πάλι

Κι έχεις χαθεί, μαζί με τον ύπνο

μαζί με του ονείρου, τον πολύχρωμο [→ τομ̂πολύχρωμο] κύκνο

Μην ξημερώνεις [→ μηγ̂κz̥ημερώνεις], ουρανέ

Άδεια η ψυχή μου, το δωμάτιο άδειο

κι από το όνειρό μου ακούω καθάριο

το λυγμό της να λέει:

«Όνειρο ήτανε, όνειρο ήτανε»

Θα ξαναρθείς, μόλις νυχτώσει

και τ’ όνειρο, πάλι, την αλήθεια θα σώσει

Θα ’μαι κον̂τά σου

Μόνο εκεί, σε βλέπω καλή μου

Εκεί ζυγώνεις κι ακουμ̂πάς την ψυχή [→ τημ̂πz̥υχή] μου

με τα φτερά σου

Μα το πρωί χάνεσαι, φεύγεις

Ανοίγω τα μάτια κι αμέσως πεθαίνεις

Μην ξημερώνεις [→ μηγ̂κz̥ημερώνεις], ουρανέ

Άδεια η ψυχή μου, το δωμάτιο άδειο

κι από το όνειρό μου ακούω καθάριο

το λυγμό σου να λέει:

«Όνειρο ήτανε, όνειρο ήτανε»

Κι έχεις χαθεί, μαζί με τον ύπνο

μαζί με του ονείρου, τον πολύχρωμο [→ τομ̂πολύχρωμο] κύκνο

Μην ξημερώνεις [→ μηγ̂κz̥ημερώνεις], ουρανέ

Άδεια η ψυχή μου, το δωμάτιο άδειο

κι από το όνειρό μου ακούω καθάριο

το λυγμό σου να λέει:

«Όνειρο ήτανε, όνειρο ήτανε»



Τόσος πόνος, τέτοια συμφορά... Ειλικρινά, δεν υπάρχουν λόγια 
Τα βαθιά μου συλλυπητήρια στις οικογένειες των θυμάτων

Φιλοτεχνήθηκε από τον Albert György και απεικονίζει τη θλίψη και το κενό
που όλοι αισθανόμαστε, μετά την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

 Όπου:   ˆ   το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

              י    η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

             o    η προφορά του άτονου [ζ].

Άρης Βαφιάς