Ένρινον είναι και το [γ], όταν ευρίσκεται προ των ουρανικών [κ], [γ], [χ] ή προ του [ξ]: άγκυρα, αγγείον, άγχω, άγξω (Αχιλλέας Τζάρτζανος) ▪ Συλλογιστείτε πώς προφέρεται το πρώτο [γ] στις λόγιες <παγγερμανισμός>, <παγγνωσία> ή <συγγνωστός>, στις οποίες, κατ’ εξαίρεση, δεν έχουμε τροπή του δεύτερου συμφώνου ▪ Αρκετές φορές, τα [μπ] και [ντ] μέσα στη λέξη είναι οι άλλες μορφές των [μβ] και [νδ]: κόμβος → κόμ̂πος, ένδεκα → έν̂τεκα ▪ Αυτό που ουσιיαστικά τρέπεται είναι το δεύτερο σύμφωνο ▪ Όταν γράφω και τα δίψηφα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] αφορούν δύο φθόγ̂γους, προσθέτω ένα διיακριτικό ώστε να αναγνωρίζουν απαξάπαν̂τες πώς προφέρον̂ται ▪ Μάθαμε να ορθογραφούμε αλλά όχι να ορθοφωνούμε ▪ Εάν δε γίνει η αναγ̂καία γραπτή διיάκριση ανάμεσα στα έρρινα και τα άρρινα δίψηφα, σε λίγον καιρό θα αναφερόμαστε στην αλλοίωση και τον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (κόμπος [b] ⇔ κόβος, έντεκα [d] ⇔ έδεκα, άγγελος [g] ⇔ agel ≠ angel < άγ̂γελος) ▪ Αν θες να μάθεις να μιλάς σωστά τη μητρική σου γλώσσα και να βοηθήσεις κι άλλους να μιλούν ορθά, να τη γράφεις πάν̂τα με το γνι [γ̂], το μίγμα [μ̂] και το νίγμα [ν̂]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κακοφωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κακοφωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

ΑΓΜΑ - ΤΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΕΜ'ΠΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ ΑΓΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ



 ΤΟ ΑΓΝΟΗΜΕΝΟ ΣΥΜΦΩΝΟ [γ̂]

Η λέξη άγμα ετυμολογείται από το ρήμα ἄγνυμι (< ρίζα / Ϝαγ/ ή /αγ/ + πρόσφυμα /νυ/ + κατάληξη /μι/), όπου [Ϝ] το δίγαμμα, ένας ήχος όπως το αγ̂γλικό [W] [π.χ.: one > (γ)ουαν].

Η αρχική του ονομασία  -σύμφωνα με τη φωνητική του αξία- ήταν ϝαῦ (στην αγ̂γλική wau) και αν̂τιστοιχούσε στο φοινικικό σύμφωνο ουάου. Η μεταγενέστερη ονομασία (δίγαμμα), οφείλεται στο σχήμα του (το διπλό γάμμα, δηλαδή δύο φορές το γάμμα, το ένα πάνω στο άλλο).

Στην παμφυλιακή διיάλεκτο υπήρχε ένα γράμμα, το [Ͷ], με παρόμοια αξία με αυτήν του ασθενούς διχειλικού [V] ή [W]· γι’ αυτό μπορεί να αναφέρεται και ως παμφυλιακό δίγαμμα.

Ας δούμε όμως τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά:

Ο πρώτος ήχος που παράγει ο άνθρωπος με τη γέννησή του είναι το (γ)ουααα· ένα ρινοποιημένο ουααα, που ουσιיαστικά αποτελεί τη θέση σχηματισμού του μαλακοϋπερωικού [Ν] (αυτό που αλλιώς ονομάζουμε άγμα), ο οποίος καταλήγει σε ένα μακρόσυρτο [α]. Με άλλα λόγια το μωρό, όταν από το ασφαλές, υγρό και ζεστό περιβάλλον, αλλάζει χώρο και περνά στο εκτεθειμένο ανοιχτό, με τους δυνατούς ήχους και το φως, στην προσπάθεια να πάρει την πρώτη του αναπνοή, ανοίγει το στόμα και μέσα από την προσωρινή δυσφορία του -η οποία εκφράζεται με το κλάμα- τελικά σχηματίζει τον ήχο του άλφα [α].

Αυτός είναι ο λόγος που το [α] θεωρείται η μήτρα των φωνηέν̂των (μαζί με το [ο] στη γλώσσα μας αποτελούν τον πυλώνα των φωνηέν̂των) και ο πρώτος ολοκληρωμένος ήχος, δηλαδή καθαρός φθόγ̂γος που φωνεί ο άνθρωπος· αφού οι ήχοι (γ)ου/ŋου εκφράζουν τη μετάβασή του και όχι τη θέση, από το ένα περιβάλλον στο άλλο. Το [ου] στη συγ̂κεκριμένη περίπτωση, λόγω του ηχοχρώματος και της σύν̂τομης κυρίως διיάρκειάς του, θεωρείται εισαγωγικός-προωθητικός ήχος και όχι καθαρός, ολοκληρωμένος. Άλλωστε ο άνθρωπος είναι το μόνο θηλαστικό το οποίο αμέσως μετά την έξοδό του από τη μήτρα φων-ά-ζει, δηλαδή βγάζει φωνή [α], άρα ζει.

Στο σημείο αυτό λοιπόν, επιδιיώκον̂τας να επισημάνω τη σπουδαιότητα των ευ̂φωνικών συνηχήσεων του [ν] και του [μ] στη γλώσσα μας, προχωρώ στην παρακάτω αλληγορική αποτύπωσή τους, αναλογικά προς το ίδιο το ἄγνυμι: 

Από το ανοιχτό φωνήεν [α], το οποίο είναι το προθεματικό, περνάμε στο [γ] και τη θέση στην οποία πρέπει να βρίσκεται η γλώσσα για τη διיαμόρφωση του ήχου, τόσο του [Ϝ] όσο και του [ŋ]· με το [γ] να δηλώνει την αξία του μαλακοϋπερωικού [Ν] (αν̂τίστοιχη περίπτωση με αυτήν των συμ̂πλεγμάτων γχ, γξ) και επομένως στη ρίζα [αγ], η οποία αποτελεί τη βάση. Αμέσως μετά στο προσφυματικό [νυ] -το οποίο συμ̂πίπτει με την παλαιότερη γραφή του Νι, προσδιיορίζον̂τας τόσο τον οπίσθιο αλλόφωνο ήχο του, δηλαδή το [ŋ], όσο και τον αν̂τίστοιχο κλειστό του [υ] (το τελευταίο στην αρχαία ελληνική εκφερόταν από τη θέση του [ου]- σχηματίζον̂τας το θέμα [ἄγνυ]· και τέλος στην κατάληξη [μι], με την οποία δηλώνεται η ιδιיότητα του [ŋ]: άλλοτε να εκρήγνυται, επιδρών̂τας στα [γ], [κ], [τ] (π.χ.: συŋγγενής < συŋ + γενής < συν + γένος,  έŋγκριση < εŋ + κρίση < εν + κρίνω,  σύŋνταγμα < συŋ + τάγμα < συν + τάσσω) και άλλοτε να διיαχέεται στη στοματική κοιλότητα ενεργοποιών̂τας το Μι, προκειμένου να επηρεάσει το [π] και να το ηχηροποιήσει (π.χ.: πάŋμμπολλα < παŋμ + πολλά < παŋ + πολλά < παν + πολύς).

[αγ  νυ  μι]

Παράγωγο του γνυμι (που σημαίνει διיαχέω, διיασκορπίζω, συν̂τρίβω, θραύω, σπάω) είναι το άγμα (δηλαδή το τεμάχιο, το θραύσμα, από το οποίο προκύπτει η λέξη κάταγμα)· με το [γ] να δηλώνει τόσο την παραπάνω ιδιיότητα του [ŋ], όσο και τη συνάφειά του με το [μ], και το [α] να ορίζει την αρχή και το τέλος: το άρτιο, δηλαδή το όλον της λέξης.

Με πιο απλά λόγια, αν λάβουμε υπόψη την ιδιיότητα του [α], το οποίο όχι μόνο περιβάλλει τη λέξη αλλά και χαρακτηρίζει τη δομή της, έχουμε το αθροιστικό αποτέλεσμα να αποδίδει στον απόλυτο βαθμό την έννοια, τη θέση και την αξία του [ŋ] στη γλώσσα μας, με το άγμα:

1. να μην απαν̂τά ποτέ στην αρχή της λέξης ([α] αν̂τί για ])

2. να έχει θέση στο μέσον της λέξης και στο γραπτό λόγο να αποδίδεται με το γράμμα [γ]

3. να φέρει τη διττή ιδιיότητα: αφενός να ενεργοποιεί το [μ] (πριν από το [π]), αφετέρου να εισχωρεί στο σχηματισμό του και να τον επηρεάζει, με συνέπεια να μετατρέπει τον ήχο του από εμ̂πρόσθιο ρινικό στον αν̂τίστοιχο μέσο σκληροουρανικό [ɱ] (< ŋm). Είναι δηλαδή [ɱ], σύμμικτος ήχος· και όχι ατόφιο [μ], αφού αρχικά παρεμβάλλεται ο ήχος του [ŋ]

Πράγματι, αν δοκιμάσει κάποιος να φωνήσει το αμ ŋmɱ) έναν̂τι του μα (mα), θα διיαπιστώσει ότι στην πρώτη περίπτωση ο ήχος του [μ] σχηματίζεται πιο πίσω και επομένως είναι πιο έρρινος (απαλότερος) από αυτόν του μα (mα - πιο βαρύς). Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: η επίδραση του [ŋ] στο [μ]

4. να μην απαν̂τά στο τέλος καμιάς λέξης ([α] αν̂τί για [ŋ]), δηλαδή να είναι μέσος, περίκλειστος ήχος

Βάση αυτών προκύπτει η παρακάτω σχέση μεταξύ της λεκτικής του απόδοσης και της φωνητικής του θέσης, αξίας και ιδιיότητας μέσα στη λέξη:

(λεκτική απόδοση) άγ (νυ) μ (ι) α  (φωνητική θέση αξία ιδιיότητα) άγ̂μα άŋmα άɱα άμα ≠ μα

Ενδιיαφέρον επίσης έχει να δούμε στο φοινικικό συλλαβάριο τη σημασία των συμβόλων του [μ] και του [ν], όπως και τη μεταξύ τους σχέση, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τη χρήση και την αξία τους. Το [μ] ονομαζόταν μεμ και σήμαινε νερό και το [ν] νουν, δηλαδή ψάρι (ή φίδι), με το [ν] να ενυπάρχει στο [μ], όπως το ψάρι στο νερό. Αν σε αυτά προσθέσουμε τόσο τον σημασιολογικό-ετυμολογικό όσο και τον ευ̂φωνικό τους χαρακτήρα (μαζί με το [λ] θεωρούν̂ται τα κατεξοχήν μουσικά σύμφωνα), αν̂τιλαμβάνεται κανείς εύκολα την αξία τους στη γλώσσα μας. Γι’ αυτό και όταν βρίσκον̂ται στο μέσον των γηγενών λέξεων δεν πρέπει να παραλείπον̂ται.

Οι Πυθαγόρειοι φιλόσοφοι συσχέτιζαν τους αριθμούς -τους οποίους αποκαλούσαν σοφούς- με τα γράμματα, προκειμένου να αναδείξουν τη σημασία των λέξεων· και αυτό γιατί θεωρούσαν την ελληνική μία γλώσσα μαθηματική (δηλαδή σοφή), γεμάτη αρμονία, συμβολισμούς και νοήματα:

«Τι το σοφόν;... Ο αριθμός! Τι δεύτερον εις σοφίαν;... Ο τοις πράγμασιν τα ονόματα θέμενος. Τι το ωραιότερον;... Η αρμονία».

Το [Γ] στο ελληνικό αλφάβητο αν̂τιστοιχεί στον αριθμό 3. Επομένως το [Ϝ], το οποίο είναι δύο [Γ] (δις+γάμμα) έχει αριθμητική αξία 3x2 = 6. Άλλωστε στην πρώιμη μορφή του ελληνικού αλφαβήτου -μέχρι τη σίγησή του- αυτή τη θέση κατείχε, πριν αν̂τικατασταθεί από το στίγμα [Ϛ/ΣΤ΄]. Την ίδια αριθμητική αξία έχει και το άγμα [ŋ].

Προκειμένου να διיευκρινιστεί η απόδοσή του και να αποφευχθεί η σύγχυση με τα [γ], [γγ/γκ], στο γραπτό λόγο χρησιμοποιώ το σύμβολο [γ̂] (π.χ. φεγ̂γάρι, αγ̂καλιά), το οποίο αποτελεί και εισήγησή μου.

Η λέξη άγμα πρωτοεπισημάνθηκε από τον Ίωνα το Χίο (φιλόσοφο, ιστορικό και τραγικό ποιητή, κατά κάποιους εφάμιλλο των μεγάλων τραγικών ποιητών μας), ο οποίος ήταν σύγχρονος του Περικλή και έζησε από κον̂τά το χρυσό αιώνα της Αθηναϊκής Πολιτείας. Μερικοί αποδίδουν την ετυμολογία του στην επίδραση του κοινού ως σύμβολο, όσο και όμορου στο σχηματισμό γάμμα (> άγμα με αν̂τιμετάθεση, πιθανόν και αναλογικά προς τα σίγμα-στίγμα). Ο ίδιος ο Ίων το χαρακτήρισε ως το 25ο γράμμα του αλφαβήτου μας (τα δίγαμμα, στίγμα, κόππα, σαμ̂πί είχαν ήδη αφαιρεθεί, αφού είχαν πάψει να έχουν φωνητική αξία). Ωστόσο για το συγ̂κεριμένο φθόγ̂γο δεν επινοήθηκε κάποιο γράμμα, με συνέπεια το γάμμα να φέρει διπλή σημασία: άλλοτε αυτήν του [γ] και άλλοτε αυτήν του μαλακοϋπερωικού [ν]. (Έρρινο είναι το [γ] πριν από άλλο ουρανικό σύμφωνο, δηλαδή πριν από τα [γ], [κ], [χ], ή πριν από το [ξ], επισημαίνει ο Τζάρτζανος στη γραμματική του). Κρίμα γιατί αν είχε συμβεί αυτό, σήμερα θα είχε δοθεί λύση στο βασικότερο πρόβλημα στην προφορά της γλώσσας μας.

Την παραπάνω μαρτυρία του Ίωνα επιβεβαιώνουν οι λατίνοι συγ̂γραφείς Μάρκος Τερέν̂τιος Βάρρων, Λούκιος Άκκιος και ο Πρισκιανός ο γραμματικός.

Πρισκιανός (Απόσπασμα από τη Γραμματική της Λατινικής - Βιβλίο Ι.39)


Ο Βάρρων, στο πρώτο του βιβλίο για την προέλευση της λατινικής γλώσσας, λέει με αυτά τα λόγια: Όπως γράφει ο Ίων, το εικοστό πέμיπτο γράμμα είναι αυτό που ονομάζουν άγμα· το οποίο δεν έχει μορφή, αλλά ο ήχος είναι κοινός στα Ελληνικά και τα Λατινικά, όπως στις λέξεις: aggulus, aggens, agguilla, iggerunt. Σε τέτοιες λέξεις οι Έλληνες και ο δικός μας ο Άκκιος γράφουν διπλό [g], ενώ άλλοι γράφουν [ng], γιατί εύκολο δεν είναι να καταλάβουμε την αλήθεια σε όλα αυτά. Ομοίως: agceps, agcora.

Ευτυχώς που δεν επικράτησε η άποψη του Άκκιου και των ομόγνωμών του· δηλαδή η μεταγραφή του δίψηφου [γγ/γκ] από τα ελληνικά στα λατινικά σε [gg/gc], αλλά ό,τι επεσήμανε ο Ίων για τον κοινό ήχο (το άγμα), ανάμεσα στις δύο γλώσσες, με αποτέλεσμα ο φθόγ̂γος να δηλωθεί στη γλώσσα τους με το [n]. Διיαφορετικά θα κατέληγαν και αυτοί να εκφέρουν, όπως οι περισσότεροι εξ ημών: κακόφωνα και ψευδά.

Φαν̂ταστείτε λόγου χάρη, οι Λατίνοι αν̂τί του angulus (< ελλην. αγ̂κύλος) να έλεγαν aggulus  Αgglia  egglish (γιατί όλα τους ομόρριζα είναι) και ο κόσμος ανά την οικουμένη να μιλούσε σήμερα παραφθαρμένα. Εμείς όμως μαθαίνουμε αγγλικά [g] (αν̂τί του ορθού αγ̂γλικά [ŋg]), but we speak english and not eglish! Ελληνικά θα μάθουμε ποτέ;!... Για ποια οικουμενικότητα της Ελληνικής μιλούμε σήμερα; Μήπως για αυτήν μιας γλώσσας που σέβον̂ται οι ξένοι και ξέρουν να την προφέρουν καλύτερα από εμάς;!

Στο Διיεθνές Φωνητικό Αλφάβητο, το μαλακοϋπερωικό [Ν] ονομάζεται agma ή angma (με τον πρώτο τύπο να είναι συνεπέστερος προς τη ρίζα και τον δεύτερο ορθότερο προς τον ήχο τον οποίο δηλώνει), ενώ υπάρχει και η απόδοση ingma [< ing + (ang)ma / (ag)ma] που αφορά στην κατάληξη -ing, για λέξεις όπως οι: ζάπινγκ, κάμיπινγκ, μάρκετινγκ, πάρκινγκ κ.λπ.

Ο Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΜΑ [γ̂]


Στα όσα αναφέρει ο έγ̂κριτος γλωσσολόγος-λεξικογράφος στην τηλεοπτική εκπομ̂πή της δημοσιογράφου Βίκης Φλέσσα «Σε προσκυνώ, γλώσσα», συμ̂πληρωματικά σημειώνω τα παρακάτω:

1. Το μαλακοϋπερωικό [Ν] απαν̂τά στη γλώσσα μας πριν και από το διπλό σύμφωνο [ξ] (π.χ. ελέγξιμος  ελέŋξιμος)
2. Στα αρχαία ελληνικά οι λέξεις λήγουν επίσης και σε [ξ], ]ψ] (π.χ. λυγξ, μύωψ)
3. Η αναφορά στην τροπή του συμφωνόληκτου [μ] σε [ν], σε λέξεις όπως: τομ λύκομ (< τοŋμ λύκοŋμ)  τον λύκον, δώρομ (< δώροŋμ)  δώρον, έφερομ (< έφεροŋμ)  έφερον, επιβεβαιώνει την ενύπαρξη του [ν] στο [μ], όταν προηγείται φωνήεν

Η ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΟΥ ΜΑΛΑΚΟΫΠΕΡΩΙΚΟΥ [ŋ] (ΑΛΛΙΩΣ [γ̂])


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:   ˆ   το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             י    η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΩΝΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ




ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ - ΕΚΔΟΣΗ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ



Το εξώφυλλο του εγχειριδίου

  

Η συγ̂γραφική ομάδα


Περιεχόμενα - Θεματολογία


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:   ˆ   το ευ̂φωνικό [ŋ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             י    η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

 

Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
ΚαθΑγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής





Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

ΟΙ ΔΑΝΕΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓ̖ΓΛΙΚΗ, ΑΔΙἈΨΕΥΣΤΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΩΝ ΕΥ̖ΦΩΝΙΚΩΝ ΣΥΝΗΧΗΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

 




ΓΙΑΤΙ Η ΑΠΟΣΑΦΗΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΕΡΡΙΝΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΡΡΙΝΑ ΔΙΨΗΦΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΕΙ ΑΝΑΓ̖ΚΑΙΑ

Oι λέξεις angel, angioma, clang, dipthong, Εvangelism, falang, gangrene, meningitis, salpingitis, sponge, strangle, syngeneic, syringe, αποτελούν μερικά μόνο λαμ̖πρά παραδείγματα δάνειων λέξεων της γλώσσας μας προς την Αγ̖γλική.

Αφορούν στις άγ̖γελος, αγ̖γείωμα, κλαγ̖γή, δίφθογ̖γος, Ευαγ̖γελισμός, φάλαγ̖γα, γάγ̖γραινα, μηνιγ̖γίτιδα, σαλπιγ̖γίτιδα, σπόγ̖γος, στραγ̖γαλ(-ίζω,-ιστής), συγ̖γενικός, σύριγ̖γα και γράφον̖ται με [ng] και όχι με [g]. 

Δηλ. το δίψηφο σύμφωνο προφέρεται έρρινα [γ̖γ] και όχι ατόφια [γγ].

Το ίδιο συμβαίνει και με τις ankylosis, encauma, encephalogram, encolpion, encomium, encyclopaedia, exoncoma, idiosyncrasy, pancreas, pankration, syncope, syncrisis, με το [n] να αν̖τιστοιχεί στο [γ]. 

Άλλωστε έρρινο είναι το [γ], όπως αναφέρει ο Τζάρτζανος στη Γραμματική του, πριν από άλλο ουρανικό σύμφωνο [γ,κ,χ,ξ].

Δηλ.: αγ̖κύλωση [ŋg], έγ̖καυμα [ŋg], εγ̖κεφαλογράφημα [ŋg], εγ̖κόλπιο [ŋg], εγ̖κώμιο [ŋg], εγ̖κυκλοπαίδεια [ŋg], εξόγ̖κωμα [ŋg], ιδιיοσυγ̖κρασία [ŋg], πάγ̖κρεας [ŋg], παγ̖κράτιο και Παγ̖κράτι [ŋg], συγ̖κοπή [ŋg], σύγ̖κριση [ŋg].

Ομοίως, το [m] του συμ̖πλέγματος [mp] στις λέξεις empathy, empiric, emporium, hippocamp, Olympics, pomp, sympathy, symposium, tympanum, ασχέτως της σημασίας που κάποιες εξ αυτών φέρουν στην Αγ̖γλική, στη γλώσσα μας αφορά την προφορά του έρρινου [μ̖π] και όχι του άρρινου [μπ].

Δηλ.: εμ̖πάθεια [ɱb], εμ̖πειρικός [ɱb], εμ̖πορικό (κέν̖τρο) [ɱb], ιππό-καμ̖πος [ɱb], Ολυμ̖πιακοί (Αγώνες) [ɱb], πομ̖πή [ɱb], συμ̖πάθεια [ɱb], συμ̖πόσιο [ɱb], τύμ̖πανο (ωτός) [ɱb]. 

Διיαφορετικά θα έπρεπε και για τις λέξεις dithyramb, emblem, embryo, iambic, membrane, rhomb, symbol κ.λπ., να πούμε διθύραβος, έβλημα, έβρυο, ιαβικός, μεβράνη, ρόβος,σύβολο και όχι διθύραμβος, έμβλημα, έμβρυο, ιαμβικός, μεμβράνη, ρόμβος, σύμβολο, που ορθώς λέμε.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο στις:

Alexander, Andrew, androgynous, android, andrologist, cylindrical, endocrine, hypochondria, pandemic, pandemonium, rhododendron, scandal, scolopendra, syndesmology, syndicalist, tendon 

όπως και για τις: 

antagonism, Antarctic, antibiotic, anticeptic, antidote, Antigone, antithesis, antonyms, Atlantic, authentic, centre, deontology, eccentric, elephant, entomology, entropy, fantasy, gastroenteritis, gerontic, gigant, mantics, mentor, odontologist, ontology, pantograph, pantomime, pentagon, pentathlon, Pentecost, semantic, stentorian, sycophant, syndrome, syntagmatic, syntax, synteresis κ.λπ. 

η ύπαρξη του [n], όχι μόνον υπενθυμίζει -με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο- την προφορά του έρρινου [ν̖τ] στη γλώσσα μας, αλλά και την επιβάλλει.

Δηλ.: Αν̖τρέας [ŋd], αν̖τρόγυνο (επομένως και άν̖τρας) [ŋd], χον̖τρός [ŋd], δέν̖τρο [ŋd], σκαν̖ταλιά(ρης) [ŋd], σκολόπεν̖τρα [ŋd], τένον̖τας (άρα και τεν̖τώνω) [ŋd], αν̖ταγωνισμός [ŋd], Αν̖ταρκτική [ŋd], αν̖τιβιיοτικό και αν̖τιβίωση [ŋd], αν̖τισηπτικό [ŋd], αν̖τίδοτο [ŋd], Αν̖τιγόνη [ŋd], αν̖τίθεση [ŋd], αν̖τώνυμα/αν̖τωνυμία [ŋd], Ατλαν̖τικός/άτλαν̖τας [ŋd], αυθεν̖τικός [ŋd], κέν̖τρο/εκיκεν̖τρικός [ŋd], δεον̖τολο-γία [ŋd], ελέφαν̖τας [ŋd], εν̖τομολογία/έν̖τομο [ŋd], εν̖τροπία [ŋd], φαν̖τασία/φαν̖ταστικός [ŋd], γαστρεν̖τερίτιδα [ŋd], γερον̖τικός/γέρον̖τας [ŋd], γίγαν̖τας [ŋd], μαν̖τικές/μάν̖της [ŋd], μέν̖τορας [ŋd], οδον̖τολόγος και οδον̖τογιατρός/δόν̖τι [ŋd], ον̖τολογία και όν̖τως [ŋd], παν̖τογράφος/παν̖τομίμα και πάν̖τα/πάν̖τοτε [ŋd], πεν̖τάγωνο/πέν̖ταθλο/πέν̖τε [ŋd], Πεν̖τηκοστή και πεν̖τήκον̖τα/πενήν̖τα [ŋd], σημαν̖τικός [ŋd], στεν̖τόρεια [ŋd], συκοφάν̖της [ŋd], Σύν̖ταγμα/συν̖ταγματικός [ŋd], σύν̖ταξη και συν̖τάκτης/Συν̖τακτικό [ŋd], συν̖τήρηση [ŋd] κ.ο.κ.

Αλλιώς θα πρέπει και για τις παρακάτω ομόρριζες να πούμε: 

Αλέξαδρος, Aδρέας, αδρείος, αδρισμός/αδρόγυνος/αδροειδές/αδρολόγος, κυλιδρικός, εδοκρινής, υποχοδρία/υποχόδριος, παδημία, παδαιμόνιο, δεδροκομία/δεδρύλλιο, σκάδαλο/σκαδαλώδης, συδεσμολογία, συδικαλιστής, σύδρομο/συδρομή, χόδρος, χοδρική 

αν̖τί των ορθών: 

Αλέξανδρος, Ανδρέας, ανδρείος, ανδρισμός/ανδρόγυνος/ανδροειδές/ανδρολόγος, κυλινδρικός, ενδοκρινής, υποχονδρία/υποχόνδριος, πανδημία, πανδαιμόνιο, δενδροκομία/δενδρύλλιο, σκάνδαλο/σκανδαλώδης, συνδεσμολογία, συνδικαλιστής, σύνδρομο/συνδρομή, χόνδρος, χονδρική 

που όλοι μας λέμε.

Επομένως δεν τίθεται απλώς ζήτημα όσον αφορά τη μουσικότητα της γλώσσας μας· δηλ. κατά πόσον η παράλειψη των ευ̖φωνικών συνηχήσεων των [μ], [ν] επηρεάζει την πλαστικότητά της, αλλά ότι πρώτιστα βάλλεται η ετυμολογική και σημασιολογική της δομή και αξία, αφού τα προαναφερθέν̖τα παραδείγματα αν̖τιστοιχούν μόλις σε ένα ελάχιστο μέρος ενός πολύ μεγάλου πλήθους λέξεων της Ελληνικής, οι οποίες αποδίδον̖ται αναλόγως.

Αλήθεια, πώς θα μας φαινόταν, εάν οι Άγ̖γλοι φωνούσαν τις παρακάτω λέξεις αφαιρών̖τας τα αν̖τίστοιχα [m] και [n].

Εάν λ.χ. αν̖τί των:

anger, English, longer, singer, embody, number, member, timber, blond, girlfriend, offend, understand 

πρόφεραν: 

ager, Eglish, loger, siger, ebody, nuber, meber, tiber, blod, girlfried, offed, uderstad.

Το πόσο συνυφασμένοι είναι, δυστυχώς, στην εποχή μας οι ήχοι των [g], [b] και [d] με τα δίψηφα [γγ/γκ], [μπ], [ντ], αποδεικνύεται και από την απόδοση των ξένων λέξεων στη γλώσσα μας.

π.χ.: αγκαζέ [g] αν̖τί του ορθού αγ̖καζέ [ŋg], μάγκο [g] αν̖τί του ορθού μάγ̖κο [ŋg], αμπαλάζ [b] αν̖τί του ορθού αμ̖παλάζ [ɱb], κομπιούτερ [b] αν̖τί του ορθού κομיπιούτερ [ɱp], ραντεβού [d] αν̖τί του ορθού ραν̖τεβού [ŋd], αβαντάζ [d] αν̖τί του ορθού αβανיτάζ [ŋt] κ.ο.κ.

Aυτός είναι ο λόγος που θεωρώ επιβεβλημένη, όσο ποτέ άλλοτε, την άμεση αποσαφήνιση των έρρινων από τα άρρινα δίψηφα σύμφωνα στο γραπτό λόγο.

Γιατί σε λίγον καιρό, η πλειοψηφία των Ελλήνων θα έχει οδηγηθεί όχι απλώς σε μία κακόφωνη, αλλά και ψευδή εκφορά της Κοινής μας Γλώσσας.


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

 Όπου:   `   το ευ̖φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

               '   η εκφορά των φθόγ̖γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.


Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

Η ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ




Η ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΠΟΥ ΕΔΙΝΕ ΜΕΓΑΛΗ ΣΗΜΑΣΙΑ 
ΣΤΗΝ ΕΚΦΟΡΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

1887 - 1954

«Όλα τα γράμματα της Eλληνικής Γλώσσας έχουν μια προσωπικότητα. Και όταν μιλάμε πρέπει αυτή η προσωπικότητα να φαίνεται. Όχι μόνο στα φωνήεν̖τα, που έχουν τον ήχο τους, αλλά σε όλα τα γράμματα της Θείας Γλώσσας μας».

Μαρίκα Κοτοπούλη

Ενώ για κάποιους εκφωνητές - ομιλητές του ραδιיοφώνου, είχε αναφέρει κάποτε:

«Αυτούς γιατί τους βάζετε, τους βαρβαρόφωνους; Δεν ξέρουνε ότι κάθε φωνήεν και κάθε σύμφωνο της Ελληνικής γλώσσας, παν̖τρεμένα στις λέξεις, έχουν μία συνίζηση, μία προσωδιακή συμφωνία και βγάζουν μια αρμονία; Ά-ντρα (d);... Εγώ δεν ξέρω κανέναν ά-ντρα. Εγώ ξέρω, άν̖τρα (ŋd)! Δέ-ντρο (d); Ποια δέ-ντρα; Έχετε δέ-ντρα εσείς;... Αλβανοί είσαστε, τι δέ-ντρα; Δέν̖τρα (ŋd)Μάθετε να μιλάτε σωστά την Ελληνική Γλώσσα».


O συγ̖κλονιστικός λόγος της Μαρίκας Κοτοπούλη στο Παναθηναϊκό Στάδιο, το Σεπτέμβριο του 1953, ένα μήνα μετά τον καταστροφικό σεισμό στη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά και την Ιθάκη: μιας Ιέρειας της Τέχνης, που δικαίως θεωρείται θεμέλιος λίθος του Νεοελληνικού Θεάτρου (δίπλα της μαθήτευσαν ή αναδείχθηκαν σημαν̖τικές προσωπικότητες του θεάτρου μας, όπως ο Βεάκης, ο Ρον̖τήρης, ο Γληνός, ο Αργυρόπουλος, ο Λογοθετίδης, ο Δενδραμής, ο Μαμίας, ο Μινωτής, η Παξινού, ο Μυράτ, ο Κουν, ο Χορν, η Συνοδινού, η Λαμ̖πέτη κ.ά.), μιας σπουδαίας ηθοποιού που συνέβαλε στην καθιέρωση της Δημοτικής στο Θέατρο (την επέβαλε στα έργα που ανέβαζε), μιας πνευματικής και καλλιτεχνικής προσωπικότητας που σέβον̖ταν άπαν̖τες· που εκτιμούσε ιδιיαίτερα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, παρόλο που η ίδια υποστήριζε άλλη πολιτική παράταξη και που το 1923 της απονεμήθηκε το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας.

«Και το Ελληνικό Θέατρο θρηνεί τη μεγάλη, την ανείπωτη, την ανεπάν̖τεχη συμφορά. Οι ρούγες και τα καν̖τούνια της Κεφαλονιάς, της Ζακύνθου και της Ιθάκης γεμίσανε χαλάσματα. Και τα παλιά αρχον̖τικά με τη μακραίωνη παράδοση του Πολιτισμού, της Τέχνης και του Πνεύματος είναι μαύροι σωροί από ερείπια.

‘’Καλά καλά δεν έμεινε…’’ -για να θυμηθούμε το μεγάλο ζακυθινό ποιητή- ‘’…μήτε ένα κλωνάρι, φιλέρημο πουλάκι να καθίσει, το βράδυ την αυγή να κελαϊδήσει’’. Καταστροφή παν̖τού. Τραν̖τάγματα της γης και φλόγες. Πεθαμένοι, λαβωμένοι, χαλάσματα.

Το Ελληνικό Θέατρο με συν̖τριβή και οδύνη -κι αυτό οδηγεί το παρόν του στην Πανελλήνια (= στημ̖πανελλήνια) Επιστράτευση Εθνικής και Ανθρώπινης Αλληλεγ̖γύης- προσθέτει τη φωνή του στο προσκλητήριο για άμεση και θετική συμ̖παράσταση στο δράμα και στον πόνο (= στομ̖πόνο) της Επτανήσου μας.

Παράλληλα όμως, οι εργάτες της Σκηνής μπορούν να δώσουν την υπόσχεση πως θα διיατηρήσουν και θα διיαφυλάξουν ακέραιη και ζων̖τανή την πνευματική (= τημ̖πνευματική) κληρονομία των ωραίων μας νησιών. Των νησιών με τη λαμ̖πρή ακτινοβολία που συνέθεσαν τόσοι ποιηταί, πεζογράφοι και θεατρικοί συγיγραφείς (λόγια απόδοση του αρχαίου και δημώδους [συγ̖γραφείς]).

Κανένας σεισμός δεν μπορεί (= δεμ̖πορεί) να μας καταστρέψει το Σολωμό, τον Κάλβο (= τογ̖κάλβο), το Λασκαράτο, το Ζαμ̖πέλιο, τον Μάτεσι, τον Ξενόπουλο (= τογ̖κz̥ενόπουλο) και τόσους άλλους δημιουργούς».

ΘΕΑΤΡΟ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ - ΠΛΑΤΕΙΑ ΟΜΟΝΟΙΑΣ

ΘΕΑΤΡΟ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ - ΡΕΞ

Είπαν για τη Μαρίκα Κοτοπούλη:

«Πέρασε τη Δημοτική όσο μπορούσε πιο σωστά στο στόμα του ηθοποιού, για να απλωθεί στο λαό. Αυτό το έκανε έργο ζωής, με φανατισμό ιεραπόστολου. Χάρισε στο δημοτικό θεατρικό λόγο λάμψη, ρυθμό, πλαστικότητα και μουσικότητα». (Γιώργος Γληνός)

«Θεώρησα πάν̖τα εθνική ευτυχία να υπάρχουν τέτοια πρόσωπα υψωμένα σε σύμβολα. Αυτές είναι οι μορφές που βγάζουν τους λαούς από την ανωνυμία. Συμ̖πυκνώνουν το δυναμισμό του, προβάλλουν τους πόθους του, ενσαρκώνουν τα κρυμμένα και αδιיάπλαστα πριν ιδανικά του…». (Άγ̖γελος Τερζάκης)


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:   `   τα ευ̖φωνικά [ŋ] ή [ɱ] πριν από τα δίψηφα σύμφωνα.

                η προφορά των φθόγ̖γων χωριστά.

             o   η άτονη φώνηση του [ζ].




Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής