Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΦΟΡΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, ΤΗΝ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ, ΤΟ ΡΟN̖TΗΡΗ ΚΑΙ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ
Το μεγάλο δάσκαλο και ηθοποιό του Θεάτρου μας Λυκούργο
Καλλέργη, τον θυμάμαι πρώτη φορά στην παράσταση του Εθνικού «Ο Σεβάσμιος
Πολιτικός» του βραβευμένου με Νομπέλ Τόμας Έλιοτ, το 1972, όπου ενσάρκωνε το
Λόρδο Κλάβερτον και ο πατέρας μου το Φεντερίκο Γκόμεθ. (Φυσικά στο παρελθόν
είχαν συμ̂παίξει αρκετές φορές στο θέατρο, τον κινηματογράφο και το ραδιיόφωνο
και έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση ο ένας προς το πρόσωπο του άλλου· τόσο σε επίπεδο
ανθρώπων, όσο και δασκάλων - καλλιτεχνών).
Δύο χρόνια αργότερα, τον ξαναείδα στο «Θάνατο του Δανיτόν»
του Μπύχνερ· σε ένα πολύ δυνατό και πολυπρόσωπο έργο, με ένα επιτελείο
σπουδαίων ηθοποιών στις τάξεις του Εθνικού, όπου υποδυόταν το Ροβεσπιέρο και ο
πατέρας μου τον Εισαγ̂γελέα Φουκέ.
Από την παράσταση «Ο Σεβάσμιος Πολιτικός»
«Ο Θάνατος του Δανיτόν»: Ο Καλλέργης (κάτω στο κέν̂τρο) και ο πατέρας μου στην έδρα (δεύτερος από αριστερά)
Και στα δύο αυτά έργα μού είχε κάνει ιδιיαίτερη εν̂τύπωση, τόσο η επιβλητική του παρουσία όσο και το
ηχόχρωμα της φωνής του. Στην πραγματική ζωή ήταν ένας πολύ γλυκύς, οξυδερκής και προσηνής
άνθρωπος· καμία σχέση με τη σοβαρότητα και το κύρος που ως ηθοποιός απέπνεε επί
σκηνής.
Το 1977, πάν̂τα με το Εθνικό, έπαιξαν στο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, στη «Μήδεια» του Ευριπίδη· εκείνος το ρόλο του Αιγέα και ο πατέρας μου τον Κρέον̂τα.
ΤΙΤΛΟΙ ΤΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
«ΡΑN̖TΕΒΟΥ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ» (1960)
*Το σενάριο της οποίας είχε γράψει ο πατέρας μου και στο έργο είχε συμ̂παίξει και με τη μητέρα μου.
Το 1988, στις εξετάσεις αποφοίτησής μου από την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Ωδείου Αθηνών, Πρόεδρος της Επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού ήταν ο Λυκούργος Καλλέργης.
Για τις διπλωματικές εξετάσεις είχα προετοιμάσει δύο σκηνές, σε διδασκαλία του πατέρα μου. Στην πρώτη σκηνή υποδυόμουν τον Ντομένικο Σοριάνο, από το έργο «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο και στη δεύτερη το Σμιρνώφ από την «Αρκούδα» του Ανיτόν Τσέχωφ. (Υπόψιν ο Καλλέργης έχει μεταφράσει μοναδικά τα περισσότερα έργα του κορυφαίου ρώσου δραματουργού).
Ο Καλλέργης, όπως και τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, ενθουσιיάστηκαν από την παρουσίαση και με αξιολόγησαν με Άριστα. Μάλιστα, όταν ολοκληρώθηκαν οι εξετάσεις, εκφράστηκε με πολύ κολακευτικά λόγια στον πατέρα μου για τον τρόπο απόδοσης του Τσέχωφ.
Το 2004, ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος με ετίμησε με το προλόγισμά του στη Β' Έκδοση του έργου μου «Αγωγή του Προφορικού Λόγου –Η Προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας».
Υπήρξε αφειδής απέναν̂τί μου (ίδιיον όλων των πραγματικά μεγάλων). Του είμαι πάν̂τα ευγνώμων και τον ευχαριστώ θερμά για τα επαινετικά του λόγια.
Σε αυτό, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Διάβασα την εξαιρετικά ενδιיαφέρουσα μελέτη για την Αγωγή και την Ορθή Προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας του καθηγητή Άρη Βαφιά και σπεύδω να τον συγχαρώ από καρδιάς για την πολύτιμη αυτή κατάθεσή του, πάνω σ’ ένα ζήτημα τόσο σοβαρό και εθνικό, που μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί από τους υπεύθυνους φορείς, καμία ιδιיαίτερη σημασία.
Πιστεύω ότι ο αποκαλυπτικός τρόπος που πραγματεύεται το θέμα, οι συγ̂κεκριμένες αναγωγές και προτάσεις του αλλά και οι ακριβείς υποδείξεις του, όχι απλώς χαρακτηρίζουν το έργο, αλλά οδηγούν με ευκολία τον αναγνώστη στη γνώση και κατανόηση της ορθής προφοράς της νεοελληνικής γλώσσας.
Η Νεοελληνική Γλώσσα είναι μία, ενιαία και αδιיαίρετη και πρέπει να διδάσκεται ιδιיαιτέρως και ομοιοτρόπως, στα Σχολεία και στα Πανεπιστήμια και πρέπει να γράφεται και να ομιλείται από το σύνολο του ελληνικού λαού.
Η γλώσσα αυτή βέβαια δεν πρέπει να αισιοδοξούμε ότι, στη γραφή και στην προφορά της θα διיαμορφώνεται μονάχη της, χωρίς την παρέμβαση της Παιδείας. Γιατί η γλώσσα, χωρίς να μπαίνει σε καλούπια, ακολουθεί κάποιους κανόνες. Κάθε αλλαγή όμως και κάθε πρόοδος στα θέματα γραφής και προφοράς της γλώσσας, πρέπει να αρχίζει από την οργανωμένη Παιδεία και από το Σχολείο. Υπάρχουν κανόνες γραπτοί και διδακτέοι. Και είναι προφανές ότι η γλώσσα δεν πρέπει να κυλάει σαν το ποτάμι, που ανοίγει μόνο του το δρόμο προς τη θάλασσα -προς τη γνώση- χωρίς ο άνθρωπος να παρεμβαίνει και να χαράζει και να διיαμορφώνει την κοίτη αυτού του ποταμού.
Σε αυτή την ελεγχόμενη πορεία της γλώσσας προς το ποτάμι, η διיαμορφωτική παρέμβαση του αγαπητού καθηγητή Άρη Βαφιά, αποτελεί την πολυτιμότερη και τη χρησιμότερη προσφορά. Είναι άξιος παν̂τός επαίνου και πάσης αποδοχής».
Τον Καλλέργη τον απασχολούσε βαθύτατα το θέμα της ορθής εκφοράς του νεοελληνικού λόγου. Είχε ιδιיαίτερη ευαισθησία στη σωστή προφορά της γλώσσας μας. Για αυτό το λόγο είχε ενστερνιστεί την πρόταση συμ̂πλήρωσης του αλφαβήτου μας με την προσθήκη των λατινικών [b], [d] και [g], τα οποία θα αποσαφήνιζαν την προφορά των έρρινων από τα άρρινα δίψηφα συμφώνα (π.χ.: αμbέλι - έbα) και θα επέλυαν οριστικά το πρόβλημα και τη σύγχυση που δημιουργείται.
Το ίδιο ακριβώς ζήτημα, μείζονος σημασίας, απασχόλησε και συνεχίζει εν̂τόνως να απασχολεί και εμένα, αφού η παράλειψη των [μ] και [ν] δεν οδηγεί απλώς στην κακοφωνία αλλά και στον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (π.χ.: κολύμπι [b] ⇔ κολύβηση), σε τέτοιο βαθμό, ώστε ενώ η ειδικότητά μου πραγματεύεται πολλά περισσότερα, να χρειάζεται να επικεν̂τρωθώ στην προφορά και για το λόγο αυτό:
1. να συγ̂γράψω δύο έργα αποκλειστικά για αυτήν (την Αγωγή του Προφορικού Λόγου και το Λεξικό Προφοράς)
2. να εισηγηθώ την πλήρη αξιοποίηση του τόνου και της αποστρόφου στο γραπτό λόγο, σε μία πιο διיακριτική μορφή (ή άλλων δυνητικών συμβόλων, όπως αυτά που χρησιμοποιώ στο παρόν άρθρο). Μάλιστα, το ερέθισμα και κατ’ επέκταση η εισήγησή μου, προέκυψε ως αν̂τιπρόταση στην άποψη του Καλλέργη για τη χρήση των λατινικών γραμμάτων, ώστε ως οικεία σύμβολα να μην ξενίζουν στο γραπτό λόγο, ούτε να βάλλουν την ιστορική μας ορθογραφία
3. να δημιουργήσω το παρόν ιστολόγιο και να δραστηριοποιηθώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με σκοπό (όπως αναφέρεται και στην κεφαλίδα του ιστολογίου), τη διיάσωση και διיάδοση της Προφοράς της Κοινής Νεοελληνικής.
Το άρθρο αυτό συν̂τάχθηκε μετά από προσωπική μου ανάγ̂κη να αποτίσω φόρο τιμής, στον εξαίρετο άνθρωπο και δάσκαλο του θεάτρου και της γλώσσας μας, Λυκούργο Καλλέργη.
Ο Καλλέργης (αναφέρομαι σε παρόν̂τα χρόνο, γιατί κάποιους ανθρώπους -ακόμη και αν έχουν φύγει- τους έχουμε μέσα μας), αποτελεί πρότυπο ήθους, συναδελφικότητας, ευγένειας, ταπεινοφροσύνης, εργατικότητας και ορθής εκφοράς λόγου. Ό,τι δηλαδή χρειάζεται ένας ηθοποιός για να ποιήσει ήθος (γιατί εύκολα το ξεχνάμε αυτό) και να ολοκληρωθεί ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Σε κάθε ευκαιρία τον μνημονεύω, πάν̂τοτε, με βαθιά εκτίμηση και αγάπη.
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:
Όπου:ˆτο ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.
Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ - ΗΘΟΠΟΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ
«Δεν ξέρω τιεμ̂πειρία έχει το ξένο θέατρο. Ξέρω όμως
τι εμ̂πειρία έχει το δικό μας θέατρο,
το οποίον ασχολείται επί πάρα πολλά
έτη και οργανωμένα πλέον, για τα φεστιβάλ των Αθηνών και το φεστιβάλ Επιδαύρου.
Επί ένα τέταρτον αιώνος, κάθε χρόνο, δοκιμάζει τις δυνάμεις
του και την τεχνική του, για να
μπορέσει να ερμηνεύσει τα αρχαία έργα.
Ε, ξένοι δεν νομίζω ότι ασχολούν̂ται όσο πολυασχολούμαστε
εμείς. Άλλωστε εμείς έχουμε γεννηθεί με το
προνόμιο να έχουμε κληρονομήσει
αυτά τα τεράστια έργα, αλλά συγχρόνως και την υποχρέωση να τα ερμηνεύσουμε. Άρα, προσπαθούμε επί πολλά έτη και πολλές
γενεές να φτάσουμε σε κάποιο αποτέλεσμα.
Οι πάρα πολλοί καλλιτέχναι που ετίμησαν με την παρουσία τους
αυτό το χώρο, έχουν πεθάνει· και εμείς έχουμε μείνει και προσπαθούμε να
συνεχίσουμε το έργο τους.
Νομίζω ότι οι ξένοι πρέπει να είναι πάρα πολύ
ευχαριστημένοι με αυτό που κάνουμε στο Αρχαίο Δράμα, διיότι οι ίδιοι δεν έχουν τίποτα να μας αν̂τιπαρατάξουν. Βεβαίως,
σε άλλο είδος θεάτρου, δεν συζητώ· διיότι έχουν και αυτοί τα δικά τους: όπως οι
Εγ̂γλέζοι στον Σαίξπηρ ή οι Γάλλοι στο Μολιέρο.
Ο Διονύσης Φωτόπουλος είναι εις τη γραμμή του Φωκά.
Δηλαδή το εξαίσιο φόρεμα που μου έχει κάνει, ξεκινάει από την αισθητική του Αν̂τώνη
Φωκά· τον οποίον συνεχίζει.
Δεν υπάρχει
άλλη λύση για μας, από το ένδυμα του πέμיπτου προ Χριστού αιώνος, όπου
εγράφησαν αυτά τα έργα. Δηλαδή λέω ότι όλες οι παραστάσεις που αποτολμούν
σήμερα να βάλουνε ρούχα του τριάν̂τα ή του πενήν̂τα, ή του τριάν̂τα έξι ή του
δέκα… είναι όλα σκηνοθετικές ανοησίες
και αν̂τικαλλιτεχνικές πράξεις, οι
οποίες έπρεπε να τιμωρούν̂ται αυστηρώς.
Εάν βάλεις τον Οιδίποδα, πριν τον γράψει ο Σοφοκλής, ήτανε
τσοπάνος. Δηλαδή... έπρεπε να φοράει προβιές, έπρεπε να φοράει… Ναι, Ταρζάν». (Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, 1977)
– Φυσικά για χρήση μικροφώνου σε αυτές τις παραστάσεις,
ούτε λόγος! Απλά, αδιיανόητη. Θέατρο χωρίς Ορθοφωνία δε γίνεται· πόσο μάλλον Αρχαίο
Δράμα στην Επίδαυρο.
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:
Όπου:ˆτο ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.
ΤΟ ΖΩΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ - ΤΕΛΙΚΑ ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ Ή ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΡΩΔΙΑ;
Το φίλο και συνάδελφο Στέφανο Κυριακίδη τον πρωτογνώρισα το καλοκαίρι του
1970, στα πρώτα του βήματα στο Αρχαίο Δράμα και την Επίδαυρο με το Εθνικό.
Εκείνη τη χρονιά ο πατέρας μου υποδυόταν τον Αγ̂γελιαφόρο στους Ηρακλείδες του
Ευριπίδη, με το Στέφανο να είναι μέλος του χορού· μαζί με τους Δημητρίεφ,
Συριώτη, Γιωτόπουλο, Χρ. Κωνσταν̂τόπουλο κ.ά. Ο Στέφανος τότε ήταν 26 ετών και εγώ
πολύ μικρός, μόλις 5.
Έκτοτε συναν̂τηθήκαμε τουλάχιστον 5 ακόμη καλοκαιρινές περιόδους: την επόμενη χρονιά, όταν εκείνος υποδυόταν τον Α΄ Αγ̂γελιαφόρο στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι και ο πατέρας μου το Μενέλαο, δύο χρόνια μετά, στον Οιδίποδα Τύραννο, με τον Κατράκη Οιδίποδα, τον πατέρα μου Θεράπον̂τα του Λαΐου και το Στέφανο στο χορό, το 1974 στον Κύκλωπα, με τον πατέρα μου στον ομώνυμο ρόλο και εκείνον Α΄ Κορυφαίο, τον επόμενο χρόνο στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, με το Μινωτή στον ομώνυμο ρόλο, τον πατέρα μου Ξένο, το Στέφανο πάλι στο χορό και το 1986 στο ίδιο έργο, με το Εμ̂πειρικό Θέατρο του Μινωτή, το Στέφανο στο ρόλο του Πολυνείκη, τον πατέρα μου Θησέα και εμένα (μαθητή πλέον στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, στην παρθενική και μοναδική θεατρική μου εμφάνιση), ως επικεφαλής της φρουράς του.
Στα χρόνια, τόσο που μεσολάβησαν όσο και που ακολούθησαν, ο Στέφανος διיέπρεψε,
ερμηνεύον̂τας σημαν̂τικούς ρόλους του Αρχαίου Δράματος. Mεταξύ αυτών, τον
Ορέστη στις Χοηφόρους και στην Ιφιγένεια Εν Ταύροις, δίπλα στην Αρώνη, τη Χατζηαργύρη, τη Βαλάκου, την Καπιτσινέα, το Μορίδη και τον Καζή, τον Α΄ Άγ̂γελο στις Βάκχες, μαζί με το Βόκοβιτς, τον Πάρλα και τον Τσακίρογλου, τον Απόλλωνα στις Ευμενίδες, με τη Μερκούρη, τη Γέρου και τη Λυμπεροπούλου, τον Αίγισθο δίπλα στην Παπαθανασίου και την Κονιόρδου, τον Άγ̂γελο στην Αν̂τιγόνη, με την Καραμπέτη στον ομώνυμο ρόλο και την Αγ̂γελίδου
στο ρόλο του Τειρεσία, τον Άγ̂γελο στη Μήδεια, τον Κρέον̂τα στις Φοίνισσες, τον Κορυφαίο, τον Ιερέα και τον Κρέον̂τα στον Οιδίποδα Τύραννο, τον Ετεοκλή στους Επτά Επί Θήβας, τον Αγαμέμνονα και τον Αχιλλέα στην Ιφιγένεια Εν Αυλίδι, το Μενέλαο στις Τρωάδες, τον Αίαν̂τα, το Φιλοκτήτη, τον Ηρακλή Μαινόμενο, τον Έκτορα στο Ρήσο κ.ά.
Με το Στέφανο δε μας συνδέει μόνο η Επίδαυρος και η σχέση η οποία δημιουργήθηκε, τόσο λόγω της εκεί συχνής παρουσίας όσο και για αρκετές ημέρες παραμονής (παρακολούθηση γενικών δοκιμών-παραστάσεων, παρέα ηθοποιών στον ελεύθερο χρόνο τους και επομένως γνωριμία μου μαζί τους). Μετέπειτα συνυπάρξαμε -για μεγάλο χρονικό διיάστημα- συνάδελφοι στις Δραματικές Σχολές· τόσο της Βεάκη όσο και του Νέου Ελληνικού Θεάτρου (Γ. Αρμένη). Εκείνος με την ιδιיότητα του καθηγητή της Υποκριτικής και εγώ με αυτήν της Ορθοφωνίας.
Ο Στέφανος αποτελεί για μένα μέλος της ευρύτερης θεατρικής μου οικογένειας: είναι o μεγάλος θεατρικός μου αδελφός. Του έχω βαθιά εκτίμηση και αγάπη. Ηθοποιοί όπως αυτός με γαλούχησαν και συνέβαλαν -με τον τρόπο τους- στη διיαμόρφωση της θεατρικής μου προσωπικότητας και παιδείας.
Μαζί του με συνέχει μία υπέροχη εποχή· η μέθεξη με τα κείμενα και τα
δρώμενα και η μεγάλη μας αγάπη για το Αρχαίο Δράμα και την Επίδαυρο. Ο καθένας
απ’ το δικό του μετερίζι. Εκείνος ως ηθοποιός των μεγάλων προκλήσεων και εγώ ως
άμεσα εμ̂πλεκόμενος και αργότερα εξειδικευμένος δάσκαλος της τεχνικής τής
αναπνοής, του λόγου και της φωνής [βιογραφικό σημείωμα], με κοινό ωστόσο σκοπό: την αναμέτρηση με τα
κείμενα των αρχαίων τραγικών και την ανάδειξη της ερμηνείας.
Προφανώς και δε χρειάζεται να πω κάτι για την αξία του ως ηθοποιό· όλος ο κόσμος πλέον την ξέρει. Όμως, όσοι φέρουμε κλασική παιδεία και έχουμε καταπιαστεί με τα δύσκολα και τα μεγάλα -και αυτά δεν είναι άλλα από τα έργα του κλασικού ρεπερτορίου- δεν τον μάθαμε χθες· μέσω της τηλεοπτικής του προβολής.
Ο Στέφανος είναι «ο τελευταίος των Μοϊκανών» της χρυσής εποχής του Εθνικού
Θεάτρου. Είναι ένας καταξιωμένος ηθοποιός, ο οποίος με εφόδια την άρτια τεχνική
κατάρτιση, τη συνύπαρξή του με σπουδαίους δασκάλους-ηθοποιούς, τη σπουδή, την
άσκηση, το λόγο, την άρθρωση, τη φωνή, το παράστημα, τη σκέψη, το πάθος και την
αυτοπειθαρχία, αποτελεί ίσως τον τελευταίο εναπομείναν̂τα πυλώνα-θεματοφύλακα
του τρόπου προσέγ̂γισης και απόδοσης της Αρχαίας Τραγωδίας. Είναι δυστύχημα που
δε διδάσκει στις πρώτες Σχολές της χώρας, ώστε να εμ̂πνεύσει και να μεταλαμ̂παδεύσει
τις γνώσεις και την πολύτιμη εμ̂πειρία του στους νεότερους ηθοποιούς.
Σχετικά με τα όσα αναφέρει στις παραπάνω τηλεοπτικές εκπομ̂πές, όχι μόνο προσυπογράφω αλλά και επαυξάνω, θέτον̂τας τα ακόλουθα κρίσιμα ερωτήματα, τα οποία χρήζουν επιτέλους απάν̂τησης:
1. Υπάρχουν πια εκπαιδευμένοι ηθοποιοί (πέραν ελαχίστων), αν̂τάξιοι των κειμένων και του Θεάτρου της Επιδαύρου;
2. Διδάσκεται η Ορθοφωνία στις Δραματικές Σχολές· και εάν ναι, τι ακριβώς διδάσκεται, από ποιους και πώς;
3. Διδάσκεται η Αρχαία Τραγωδία στις Δραματικές Σχολές· εάν ναι, πώς και από ποιους;
4. Ζητείται από το Υπουργείο Πολιτισμού η παρουσίαση μιας σκηνής, ενός χορικού (ή έστω ενός μονολόγου) Αρχαίου Δράματος,στις Διπλωματικές Εξετάσεις;
Ο ποιητικός λόγος έχει καταστραφεί γιατί προϋποθέτει άσκηση, δασκάλους και
σπουδή. Πλέον, τίποτε από αυτά δε γίνεται. Αν̂τί των μεταφράσεων των Πολίτη,
Γρυπάρη, Πρεβελάκη, Σταύρου ή Ρούσσου και με πρόσχημα ότι αυτές είναι πια «πασέ» ή δεν τις καταλαβαίνει κανείς, φτιάχνουν μια πρόχειρη, προσαρμοσμένη στα
μέτρα τους, η οποία δεν προαπαιτεί τίποτα από τα παραπάνω (οπότε και η τεχνική
της αναπνοής, του λόγου και της φωνής πάει περίπατο) και απλά «τα λένε» (πώς,
είναι ένα άλλο θέμα) στο μικρόφωνο.
Πάμε λοιπόν να δούμε πόσο «πασέ» είναι λ.χ. η μετάφραση του Γρυπάρη. Σε
κάποιο σημείο, στους Πέρσες του Αισχύλου, λέει ο Αγ̂γελιαφόρος στην Άτοσσα για
τον Ξέρξη: και κείνος άμα τ’ άκουσε, χωρίς να νιώσει το δόλο του Έλληνα, ούτε
των Θεών το φθόνο, σ’ όλους τους ναυάρχους του (αν̂τί τους ναύαρχούς του -
ύστερα από παρέμβαση του ίδιου του Ρον̂τήρη) αυτή τη διάτα βγάζει. [Φυσικά
υπάρχει και η ανάλογη ορθοφωνική γραφή (χρήση σημείων-συμβόλων), την οποία δεν
περιλαμβάνω εδώ].
Αμέσως λοιπόν δημιουργείται η απορία: «Ναυάρχους;!... Διάτα;!... Τι θέλει
να πει ο ποιητής;! Ποιος μιλάει έτσι, σήμερα;! Το κείμενο δε θα το καταλάβει
κανείς! Να πούμε, έστω (που ούτε αυτό γίνεται): και εκείνος άμα το άκουσε,
χωρίς να νιώσει το δόλο του Έλληνα, ούτε των Θεών το φθόνο, σε όλους τους
ναύαρχούς του αυτή τη διיαταγή βγάζει».
Συνέπειατης παραπάνω παρέμβασης είναι να χαθεί όχι απλώς το μέτρο, αλλά και ένα σημαν̂τικό ερμηνευτικό ατού για τον ηθοποιό, αφού η πρώτη απόδοση επιτείνει την εν̂τολή του Ξέρξη προς τους επικεφαλής του πολεμικού ναυτικού του.
Και ακόμη, στον ίδιο μονόλογο, λίγο πιο κάτω: γιατί αν γλύτωναν οι Έλληνες τον κακό χάρο, βρίσκον̂τας με τα πλοία κρυφό φευγιό από κάπου, όλοι να ξέρουν θά ‘χαναν την κεφαλή τους.
Αν̂τικαταστήστε π.χ. τις λέξεις κρυφό φευγιό και θά ‘χαναν την κεφαλή τους με τις τρόπο φυγής (ή διיαφυγή) και θα έχαναν το κεφάλι τους/θα τους έπαιρναν το κεφάλι/θα πέθαιναν/θα θανατώνον̂ταν ή ό,τι άλλο θέλετε και διαβάστε πάλι το κείμενο. Η απόδοση δε θα έχει την ίδια ισχύ.
Υπάρχουν πάμ̂πολλες αν̂τίστοιχες περιπτώσεις· όλες οι κλασικές μεταφράσεις βρίθουν τέτοιων διיατυπώσεων. Και ο λόγος που συμβαίνει
είναι απλός: οι μεταφράσεις αυτές (όπως και των Καρθαίου ή Ρώτα στο Σαίξπηρ,
αναλόγως το έργο), έχουν φτιαχτεί από σπουδαίους λογοτέχνες-γλωσσοπλάστες-δραματουργούς,
με βαθιά γνώση της αρχαίας ελληνικής (ή μελέτη της αγ̂γλικής) και έχουν ήδη
προσαρμοστεί στη σύγχρονη εποχή· με πολλή φρον̂τίδα, τέχνη και σπουδή -και όχι
από απλούς μεταφραστές- με σκοπό να αν̂τέξουν στο χρόνο. Και το επιτυγχάνουν
θαυμάσια· γι’ αυτό θεωρούν̂ται αξεπέραστες και μοναδικές! Τις καταλάβαιναν
ακόμη και οι απλοί άνθρωποι, οι χωρικοί από τις γύρω περιοχές, που
επισκέπτον̂ταν την Επίδαυρο για να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις δεκαετίες
πριν και δεν τις καταλαβαίνει ο σημερινός θεατής;!
Δηλαδή ο Γρυπάρης τι γλώσσα χρησιμοποιεί, ώστε να
θεωρείται παρωχημένος ή ακατάληπτος σήμερα; Με αυτή τη λογική να «εκσυγχρονίσουμε» και τους Καβάφη, Σεφέρη και Ελύτη, γιατί σε λίγον καιρό οι στίχοι τους θα είναι «πασέ» ή κινδυνεύουν να μην τους καταλαβαίνει
κανείς.
Να «βελτιώσουμε», λένε, ποιους;! Τους Τραγικούς Ποιητές;! Είμαστε σοβαροί;!
Είμαστε εφάμιλλοι ή καλύτεροί τους και δεν το γνωρίζω;! Εξ ορισμού η Τραγωδία
βασίζεται στην ύβριν, η οποία αποτελεί βασική αν̂τίληψη και κοσμοθεωρία των
αρχαίων Ελλήνων. Αυτήν ακριβώς πραγματεύον̂ται οι Τραγικοί στα έργα
τους. Δε θεωρείται ύβρις, αλαζονεία, βιαιοπραγία και προσβολή η αποδόμηση των
κειμένων τους;! Έχουμε ιδέα τι ανεβάζουμε;! Στα νοήματα και τις αλήθειες αυτών των κειμένων πάτησε ολόκληρη η Ανθρωπότητα. Στα υπαρξιακά ερωτήματα, στους ανθρώπινους φόβους και τις ανησυχίες δεν υπάρχουν απαν̂τήσεις. Αυτά τα κείμενα είναι πολύ μεγάλα σε σύλληψη και απόδοση και πρέπει να αν̂τιμετωπίζον̂ταιμε τον ανάλογο σεβασμό. Καταπιάνον̂ται με τα ανθρώπινα πάθη και τα παθήματα, σε όλη τους την έν̂ταση και την έκταση, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζον̂ται, παγ̂κοσμίως, απαράμιλλα και διיαχρονικά. Είναι ποτέ δυνατόν να αποδοθούν αυτές οι συναισθηματικές διיακυμάνσεις, κλιμακώσεις ή κορυφώσεις με χρήση μικροφώνου;! Αυτά τα έργα δεν τα αγ̂γίζεις, τα προσεγ̂γίζεις! Χωρίς ποίηση
και μαγεία Θέατρο δεν υπάρχει. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζον̂ται δάσκαλοι,
ιδιיαίτερη άσκηση και σπουδή.
Ερωτώ λοιπόν, πάλι: υπάρχουν δάσκαλοι σήμερα;! Διδάσκεται η Ορθοφωνία στις Δραματικές Σχολές όπως πρέπει;! Υπάρχει σήμερα τεχνική στο Θέατρο;! Εκπαιδεύον̂ται σε αυτήν οι ηθοποιοί;!
Είναι «μουσειακό» να φοράω περούκα, γένια, ιμάτιο και κοθόρνους παίζον̂τας τον Κρέον̂τα και δεν είναι ανόητο, παράταιρο και γελοίο να εμφανίζομαι με πουκάμισο, αθλητικό παπούτσι, γυαλιά ηλίου και να καπνίζω ή να χορεύω ζεϊμπέκικο;!... (τυχαίο το παράδειγμα, ωστόσο συμβαίνει).
Αποδομούμε λοιπόν πρώτα το λόγο, παραγ̂κωνίζουμε την τεχνική, τα
συρρικνώνουμε όλα, τα «προσαρμόζουμε» στη σημερινή εποχή (δηλαδή στα μέτρα
μας), φοράμε μικρόφωνο και μπλουτζίν, προσθέτουμε κάποιο εφέ (για λόγους εν̂τυπωσιασμού), κοτσάρουμε και μια γιγαν̂τοοθόνη με υπέρτιτλους και βγαίνουμε και τα λέμε «τη-λε-ο-πτι-κά»... (και η ορχήστρα πλέον καταν̂τάει πίστα, όπως πολύ εύστοχα επεσήμανε ο Στέφανος). Με
δύο λόγια ο απόλυτος ευτελισμός, ο εκφυλισμός της Τραγωδίας και της Επιδαύρου:
ήτοι της μεγάλης, της αξεπέραστης και παγ̂κοσμίως αναγνωρισμένης θεατρικής μας
παράδοσης· της ίδιας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς (το ζώο και το
τέρας, στο οποίο αναφέρεται ο Στέφανος).
Κάθε παράσταση Αρχαίου Δράματος, κάθε έργο τέχνης ευρύτερα, δεν μπορεί παρά να είναι οριακά ένα ζώον ή ένα τέρας: ζων̂τανό δημιούργημα που υπάρχει και δρα ως πρόταση και αμφισβήτηση, πέραν των προθέσεων του ίδιου του δημιουργού του, ή έκτρωμα το οποίο μορφάζει μέσα σε μια ανωμαλία που δεν καταφέρνει να ζήσει στη συγ̂κίνησή μας. Ζώον ή τέρας, δημιούργημα ή έκτρωμα, το ερώτημα γίνεται πιο καυτό, όταν πρόκειται για τις σημερινές παραστάσεις του Αρχαίου Δράματος, βασικής πολιτισμικής εκδήλωσης στην Ελλάδα. [Τάσος Λιγνάδης]
Προσωπικά δεν αρνούμαι πως κάθε
γκρέμισμα, κάθε αποδόμηση είναι ένα γεγονός επίσης· όπως είναι ο φόνος, η
συκοφαν̂τία, η προδοσία, το μίσος γεγονότα, όταν αναφέρον̂ται σε πρόσωπα ή σε
ομάδες ή σε λαούς, αλλά δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως έχουν να κάνουν με
το σεβασμό στον άνθρωπο, στα ήθη και στους θεσμούς. Άρα αποδομών̂τας τα έργα
του Αριστοφάνη, του Ευριπίδη ή του Ίψεν, του Σαίξπηρ ή του Ρακίνα και πειράζον̂τας
την υπερδομή, το μέγιστον πάν̂των, το Μύθο ή την ισορροπία της συστάσεως των
πραγμάτων (για να θυμηθούμε τον Αριστοτέλη πάλι και τον Τάσο Λιγνάδη που
εύστοχα τον ανέγνωσε), δημιουργείς «Τέρατα» και όχι «Ζώα», ζων̂τανούς οργανισμούς. Και να προχωρήσω ακόμη τη σκέψη
μου. Ένα τέρας είναι ένα γεγονός επίσης. Δικαιούσαι να φτιάχνεις τέρατα (Σφίγ̂γες,
Χίμαιρες, Κεν̂ταύρους, Λυκάνθρωπους, Φρανκενστάιν, Μπάτμαν κ.τ.λ.) και ζων̂τανά
φαν̂ταστικά όν̂τα. Δεν έχεις όμως το ηθικό δικαίωμα να παραμορφώνεις, να
ακρωτηριάζεις, να μεταμοσχεύεις σε ζων̂τανά σώματα πεθαμένα όργανα, να αλλάζεις
φύλο ή να κάνεις λοβοτομή σε άρτια σώματα, σε «ζώα» υγιή και αρτιμελή. Μια
τέτοια πράξη στον καθημέραν βίο είναι κακουργηματική. Και δεν αν̂τιλαμβάνομαι
γιατί το να ευνουχίζεις έναν άνδρα, να αφαιρείς τα όργανα από ένα παιδί, να
βιάζεις ένα νήπιο είναι ανοσιούργημα, και τα εκτεθειμένα και ανυπεράσπιστα τέκνα
της τέχνης μπορεί ο καθένας να τα βασανίζει, να τα ανασκολοπίζει, να τα
κατακρεουργεί. [Κώστας Γεωργουσόπουλος]
Περαιτέρω επισημάνσεις:
1. Άλλο πράγμα είναι το Θέατρο και άλλο ο Κινηματογράφος, το Ραδιיόφωνο ή η Τηλεόραση. Καμία χρήση μικροφώνου δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ποιότητα και το ηχόχρωμα μιας φυσικής καλλιεργημένης φωνής. Ό,τι και να γίνει, δε θα καταφέρει ποτέ να απηχήσει το ίδιο, στο αφτί και την ψυχή του θεατή («δρών̂των και ου δι’ απαγ̂γελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν»). Πόσο μάλλον στο χώρο που φημίζεται για την ακουστική του και ο παραμικρός ψίθυρος απ’ την ορχήστρα ακούγεται στις τελευταίες θέσεις του θεάτρου.
2. Οι ηθοποιοί που λαμβάνουν μέρος σε παραστάσεις Αρχαίου Δράματος είναι όπως οι αθλητές· καλούν̂ται να κάνουν πρωταθλητισμό. Απαιτείται μία προετοιμασία ψυχική, πνευματική και σωματική. Η διיατροφή, η άσκηση, ο καλός ύπνος και εν γένει ο ισορροπημένος τρόπος ζωής παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Όταν κατεβαίναμε στο Θέατρο Πολυκλείτου για τις παραστάσεις, μέναμε στην
Παλαιά Επίδαυρο. Ο πατέρας σηκωνόταν πάν̂τα πρωί· έφτιαχνε τον καφέ του,
μελετούσε το ρόλο του και το αργότερο κατά τις 9μισι μας ξυπνούσε. Παίρναμε το
πρωινό μας και μετά πηγαίναμε για μπάνιο. Παρόλο που αγαπούσε πολύ τη θάλασσα
(ήταν άριστος κολυμβητής - μάλιστα αγαπημένο του στυλ ήταν η πεταλούδα),
εκείνες τις μέρες απέφευγε να κάνει μπάνιο. Καμιά φορά βουτούσε για λίγο, έκανε
κάμ̂ποσες γαργάρες με θαλασσινό νερό, έβγαινε έξω, αποτραβιόταν κάπου πιο ήσυχα
και σκιερά, ώστε να μην τον βλέπει ο ήλιος μέχρι που να στεγνώσει και άρχιζε
τις ασκήσεις Ορθοφωνίας. Μετά καθόταν σε ένα τραπέζι κάτω από τη «Μουριά» και
έπαιζε τάβλι με τους συναδέλφους του. Το μεσημέρι κατά τη 1μιση, τρώγαμε ήδη.
Για εκείνον παράγ̂γελνε κάτι ελαφρύ· συνήθως ψάρι ψητό και λίγη σαλάτα ή κανένα
φρούτο. Μολονότι του άρεσε το κρασί, εκείνη την περίοδο δεν έπινε ποτέ· μόνο
νερό. Στις 2μισι είχαμε ήδη αποσυρθεί στα δωμάτιά μας. Ξάπλωνε πάν̂τοτε το
μεσημέρι, 1μιση με 2 ώρες· κατά τις 5 παρά ήταν στο πόδι και το αργότερο στις
6μισι βρισκόμασταν ήδη στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.
3. Όλοι όσοι βιώσαμε αυτή τη μυσταγωγία, η σημερινή της εικόνα μάς πονάει, μας θλίβει πολύ. Έβαλα σκοπό της ζωής μου να ειδικευτώ στην Ορθοφωνία ( η οποία, ελλείψει επιστημονικής κατάρτισης, διδάσκεται από τους περισσότερους εμ̂πειρικά) και να μη γίνω τελικά ηθοποιός, για να υπηρετήσω αυτό το είδος θεάτρου· αφού για να πετύχεις σε αυτό που κάνεις θα πρέπει να αφοσιωθείς,να δοθείς ολοκληρωτικά. Ακόμη και σήμερα, πολλοί μαθητές μου όσο και συνάδελφοι άλλων ειδικοτήτων, διיερωτών̂ται γιατί δεν παίζω στο θέατρο, αφού θα μπορούσα να σταδιיοδρομήσω ως ηθοποιός.
4. Τα κείμενα μένουν, οι άνθρωποι φεύγουν· μαζί τους οι μεγάλοι δάσκαλοι και οι σπουδαίοι ερμηνευτές, μέχρι που όλα χάνον̂ται. Δε μένει τίποτα πίσω. Όταν τα χρειαστούμε, ποιοι θα τα διδάξουν;!
5.Το μεγάλο λάθος, όσων είχαν τη δύναμη και τη γνώση, είναι ότι δεν προετοίμασαν, ούτε άφησαν διיάδοχη κατάσταση πίσω τους· τα πήραν όλα μαζί τους (η ύβρις που λέγαμε παραπάνω). Κακό πράγμα ο εγωισμός και η απληστία στον άνθρωπο· ακόμα χειρότερο όμως, η άγνοια. Αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να υπάρχει ολόκληρος στρατός εκπαιδευμένων ηθοποιών στο Εθνικό.
6. Όπως με τις άλλες Τέχνες -τη Μουσική, το Τραγούδι και το Χορό- έτσι και με το Θέατρο· η κλασική παιδεία αποτελεί το επικυρωμένο διיαβατήριο για τις μεγάλες ερμηνείες. Ηθοποιός ο οποίος κατέχει την τεχνική, μπορεί να παίξει τα πάν̂τα.
7. Έχω να πατήσω το πόδι μου στην Επίδαυρο, από τη δεκαετία του ΄90. Το τελευταίο πράγμα που θα επιθυμούσα ποτέ είναι να υπάρξω, με οποιαδήποτε ιδιיότητα, μέρος αυτού που συμβαίνει σήμερα. Το Θέατρο είναι ανύψωση· αυτή η πνευματική κατάβαση και η προσαρμογή στη νέα εποχή, με βρίσκει τελείως αν̂τίθετο. Τέτοιες παρεμβάσεις-εγχειρήματα, αρνούμαι να τα (παρ)ακολουθήσω· προσβάλλουν την επιστήμη μου, τη θεατρική μας παράδοση, τις καταβολές και την αισθητική μου.
Ο Αριστοτέλης, στο έργο του Περί Ποιητικής, αποδίδον̂τας τον ορισμό της Τραγωδίας, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης» (επίγραμμα το οποίο κοσμεί το μνήμα του πατέρα μου) και λίγο παρακάτω επισημαίνει ότι μέσο της μιμήσεως είναι ο ηδυσμένος λόγος: «Λέγω δε ηδυσμένον μεν λόγον, τον έχον̂τα ρυθμόν και αρμονίαν και μέλος».
Εσείς, στις σημερινές παραστάσεις στην Επίδαυρο, διיαπιστώνετε κανένα σπουδαίο είδος καλλιτεχνίας ή κανένα λόγο να έχει ρυθμό, αρμονία και μελωδία;! Προσωπικά εν̂τελώς βυθισμένο, παρά ηδυσμένο τον βλέπω.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΣΤΟΝ ΗΘΟΠΟΙΟ
ΕΜΦΑΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ
Παρατίθεται το «μουσειακό, νεκρό» (όπως
χαρακτηρίζεται από τους αποδομιστές-μεταμοντερνιστές) κείμενο του Γρυπάρη,το οποίο αφορά το παραπάνω βιντεοσκοπημένο απόσπασμα από την παράσταση
του Οιδίποδα επί Κολωνώ, στο Ηρώδειο, το 1986. Ειρήσθω εν παρόδω, μεταφράσεις
σαν κι αυτήν έδωσαν τη δυνατότητα στον
καθένα μας να έρθει σε επαφή με τα έργα των Τραγικών Ποιητών μας, αφού ελάχιστοι
είναι εκείνοι που κατανοούν, σήμερα, την Αρχαία Ελληνική.
των δυο αυτών παιδιών σου και στην ψυχή [→ στημ̂πz̥υχή]
σου
σε εξορκίζουμε και σε ικετεύουμε,
να παρατήσεις το βαρύ θυμό σου,
που για μένα κρατάς, τώρα που πάω
να εκδικηθώ τον αδερφό, που μ’ έχει
ξορίσει απ’ την πατρίδα [→ τημ̂πατρίδα] και ληστέψει.
Γιατί αν υπάρχει πίστη στα μαν̂τεία,
λένε πως θα ‘χουνε τη νίκη εκείνοι,
που πας συ με το μέρος των. Λοιπόν
στ’ άγιיα νερά και στους συγ̂γενικούς μας
θεούς σε εξορκίζω, λύγισε και πείσου.
Και μεις φτωχοί και ξένοι και συ ξένος
και καλοπιάνουμε άλλους για να ζούμε
κάτω απ’ τον ήλιο εσύ κι εγώ, της ίδιας
θύματα μοίρας· ενώ εκείνος μέσα
στη Θήβα βασιλιάς, ω αλίμονό μου!
κορδώνεται αναμ̂παίζον̂τας τους δυο μας.
Αυτός, που αν συνεργός στα σχέδιά μου
παρασταθείς και συ, με λίγο κόπο
και σε λίγον καιρό [→ λίγογ̂καιρό] τον κάνω [→ τογ̂κάνω]
στάχτη.
Και τότε και σένα στα παλάτια σου
ξανά θε να σε πάω να σε θρονιάσω,
κι εγώ θα θρονιαστώ, αφού διώξω πρώτα εκείνον.
Κι αυτό μπορώ να καυχηθώ, αν με μένα
το θες και συ, γιατί χωρίς εσένα
δεν μπορεί [→ δεμ̂πορεί]
μήτε κι ο ίδιος να γλυτώσω.
Α΄ Κορυφαίος(Κώστας
Γαλανάκης):
Για χάρη εκείνου που τον έστειλε
σε σένα, Οιδίπου, πες του ό,τι εγ̂κρίνεις
σωστό να πεις κι άφησ’ τον να πηγαίνει.
Πατήστε το βίντεο να παίζει, ενώ διαβάζετε συγχρόνως τους στίχους και θα καταλάβετε γιατί ο Γρυπάρης υπήρξε μέγας μεταφραστής και η απόδοσή του θεωρείται, δραματουργικά, σπουδαία.
-Στέφανε, να σ’ έχει ο Θεός καλά!
Σε φιλώ.
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:
Όπου:ˆτο ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.