Ένρινον είναι και το [γ], όταν ευρίσκεται προ των ουρανικών [κ], [γ], [χ] ή προ του [ξ]: άγκυρα, αγγείον, άγχω, άγξω (Αχιλλέας Τζάρτζανος) ▪ Συλλογιστείτε πώς προφέρεται το πρώτο [γ] στις λόγιες <παγγερμανισμός>, <παγγνωσία> ή <συγγνωστός>, στις οποίες, κατ’ εξαίρεση, δεν έχουμε τροπή του δεύτερου συμφώνου ▪ Αρκετές φορές, τα [μπ] και [ντ] μέσα στη λέξη είναι οι άλλες μορφές των [μβ] και [νδ]: κόμβος → κόμ̂πος, ένδεκα → έν̂τεκα ▪ Αυτό που ουσιיαστικά τρέπεται είναι το δεύτερο σύμφωνο ▪ Όταν γράφω και τα δίψηφα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] αφορούν δύο φθόγ̂γους, προσθέτω ένα διיακριτικό ώστε να αναγνωρίζουν απαξάπαν̂τες πώς προφέρον̂ται ▪ Μάθαμε να ορθογραφούμε αλλά όχι να ορθοφωνούμε ▪ Εάν δε γίνει η αναγ̂καία γραπτή διיάκριση ανάμεσα στα έρρινα και τα άρρινα δίψηφα, σε λίγον καιρό θα αναφερόμαστε στην αλλοίωση και τον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (κόμπος [b] ⇔ κόβος, έντεκα [d] ⇔ έδεκα, άγγελος [g] ⇔ agel ≠ angel < άγ̂γελος) ▪ Αν θες να μάθεις να μιλάς σωστά τη μητρική σου γλώσσα και να βοηθήσεις κι άλλους να μιλούν ορθά, να τη γράφεις πάν̂τα με το γνι [γ̂], το μίγμα [μ̂] και το νίγμα [ν̂]

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΩΣ ΤΑ ΣΥΜΦΩΝΙΚΑ ΣΥΜ̖ΠΛΕΜΑΤΑ [ΝΤΖ], [ΝΤΣ] ΚΑΙ [ΝΚ] ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ, ΜΕ ΤΟΝ ΠΛΕΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ, ΟΤΙ ΕN̖TΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ Η ΑΡΡΙΝΗ ΠΡΟΦΟΡΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΗ




ΤΑ ΔΙΨΗΦΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΔΕΝ ΑΦΟΡΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΕΝΑ ΦΘΟΓ̖ΓΟ, ΑΦΟΡΟΥΝ ΚΑΙ ΣΥΜ̖ΠΛΕΓΜΑΤΑ. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ ΝΑ ΜΟΝΟΦΘΟΓ̖ΓΙΖΟN̖TΑΙ

ΝΑ ΕΠΑΝΕΚΤΥΠΩΣΟΥΜΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΔΙἈΚΡΙΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΡΙΝΙΚΑ ΣΥΜ̖ΠΛΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΔΙἈΘΕΣΟΥΜΕ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΑ ΣΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ



Σύμφωνα με την παλιά σχολική Γραμματική, τα [ντζ], [ντσ] και [νκ] αποτελούν συμφωνικά συμ̂πλέγματα· στην προκειμένη περίπτωση συνδυיασμούς του [ν] με άλλα σύμφωνα, οι οποίοι αφορούν λέξεις, όπως οι: αβάντζο, βελέντζα, γάντζος, λάντζα, μουντζούρης, μπαλαντζάρω, νεράντζι, παντζάρι, παντζούρι, ράντζο (πτυσσόμενο κρεβάτι) σκαντζόχοιρος, φραντζόλα, χαντζάρι, βίντσι, βιολοντσέλο, ίντσα, καντσονέτα, λιντσάρω, ράντσο (αγρόκτημα), γιάνκα, γκρανκάσα, ινκόγκνιτο, μπάνκα, τάνκερ, φλαμένκο κ.ά.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το [ν] δηλώνεται γραπτώς ώστε να υπάρχει ο φωνητικός διיαχωρισμός ανάμεσα στις λέξεις που πρέπει να προφερθεί -αφού η ρίζα τους το περιλαμβάνει- και σε αυτές που δεν πρέπει (π.χ.: γλειφιτζούρι, καβάτζα, μπατζάκι, πιτζάμα, φλιτζάνι, καφετζής, καρότσι, πετσέτα, ταράτσα κ.λπ.).

Στην Κοινή Νεοελληνική (δηλαδή στην πρότυπη μορφή γλώσσας), η απάλειψη του [ν] στις παραπάνω λέξεις, τόσο στο γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο, θεωρείται εσφαλμένη. Απαν̂τά μόνο σε διיαλέκτους, γλωσσικά ιδιώματα, μια λαϊκότερη μορφή γλώσσας ή κάποια κείμενα (ποιητική αδεία). [Στη σελ. 32 της Νεοελληνικής Γραμματικής του Μανόλη Τριαν̂ταφυλλίδη (ΟΕΣΒ 1941) και στον Ορθογραφικό της Οδηγό (σελ. 424 – παρ. 1096.7), υπάρχει σχετική αναφορά. Ομοίως και στην Αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής Γραμματικής (ΟΕΔΒ, Έκδοση 1η, 1976 – σελ. 15, 222)].

Στη συγ̂κεκριμένη περίπτωση ο ήχος του μορφώνεται με το πίσω τμήμα της γλώσσας· δηλαδή πρόκειται για το μαλακοϋπερωικό [ν] (αλλιώς άγμα – βλ.: Σημαν̂τική παράλειψη στο Διיεθνές Φωνητικό Αλφάβητο [ΔΦΑ] στην απόδοση των έρρινων δίψηφων συμφώνων της Κοινής Νεοελληνικής)].

Από τα παραπάνω συνάγον̂ται αβίαστα τα εξής:

1. Ο χαρακτηρισμός «έρρινα» και «άρρινα» δίφηφα σύμφωνα, εάν δε διיευκρινιστεί, γίνεται πολύ εύκολα παρερμηνεύσιμος. Δεν είναι τόσο απλό να αναφερόμαστε σε «απερρίνωση» ή «προερρίνωση» του δίψηφου συμφώνου. Αν̂τιλαμβάνομαι απόλυτα το γλωσσολογικό όρο· εν̂τούτοις χρειάζεται ιδιיαίτερη προσοχή στη χρήση του και την ερμηνεία,  γιατί η εν̂τύπωση που δημιουργείται στον κόσμο είναι άλλη και οδηγεί σε λανθασμένα συμ̂περάσματα: στην ανοχή να εκφέρει ο καθένας τις λέξεις όπως θέλει. Κάτι τέτοιο σε καμία περίπτωση δεν είναι απαγορευτικό, ωστόσο παρεκκλίνει σημαν̂τικά από τη γλωσσική και την ορθοφωνική νόρμα.

2. Τα δίψηφα σύμφωνα [γγ/γκ], [μπ] και [ντ] άλλοτε αφορούν ένα φθόγ̂γο ([g], [b], [d] – π.χ.: βαρυγκωμώ) και άλλοτε δύο (π.χ.: άγ̂κυρα). Στη δεύτερη περίπτωση αναφερόμαστε σε έρρινα συμφωνικά συμ̂πλέγματα (ή πιο απλά σε ρινικά συμ̂πλέγματα). Έχουμε δηλαδή συνδυיασμούς του [ν] ή του [μ] με άλλα σύμφωνα· και όχι απλώς ένα οπτικό σύμβολο το όποιο παριστάνει ή είναι συνυφασμένο με ένα φθόγ̂γο.  Κατά συνέπεια, ο μονοφθογ̂γισμός των δίψηφων συμφώνων εν̂τός της Κοινής Νεοελληνικής θεωρείται άτοπος (Η διיακύβευση δεν είναι η έρρινη προφορά, αλλά κάτι πολύ πιο σημαν̂τικό: η ορθή απόδοση χιλιάδων λέξεων της γλώσσας μας).

3. Το ότι η φωνητική πραγμάτωση του αλλόφωνου [ν] γίνεται στη μαλακή υπερώα και όχι στο σκληρό ουρανίσκο, ό,τι δηλαδή συμβαίνει με τον κανονικό ήχο του [ν], δεν αναιρεί τη σημαν̂τικότητά του ώστε να παραλείπεται· ούτε συνεπάγεται ότι η φωνητική του αξία είναι μηδαμινή και για το λόγο αυτό η απάλειψή του ανάξια λόγου. Αρθρώνεται με το πίσω μέρος της γλώσσας ώστε το ακουστικό αποτέλεσμα  να είναι απαλό και όχι τραχύ· δηλαδή για λόγους ευ̂φωνίας.

4. Είναι οξύμωρο να μιλούμε για έρρινα δίψηφα σύμφωνα, αφού τόσο στην περίπτωση των [ντζ], [ντσ], [νκ] όσο και σε αυτήν των [γ̂γ/γ̂κ], [ν̂τ] ουσιיαστικά αναφερόμαστε στο ίδιο [ν]. Το σωστό είναι να μιλούμε για (έρρινα) συμφωνικά συμ̂πλέγματα. Απλώς στην πρώτη περίπτωση το [ν] δηλώνεται γραπτώς, ενώ στη δεύτερη όχι.

5. Εφόσον η Γραμματική της Νεοελληνικής αναφέρει ρητώς ότι η παράλειψη του [ν] στις πρώτες αποδόσεις θεωρείται εσφαλμένη, το ίδιο ισχύει και για την ηχητική απάλειψη του [ν] στις δεύτερες· δηλαδή σε αυτές των δίψηφων [γ̂γ/γ̂κ], [ν̂τ] και [μ̂π]. Πόσω μάλλον όταν οι αποδόσεις αυτές αφορούν λέξεις της γλώσσας μας. (Υπενθυμίζω για το [μ̂π] ότι στον ήχο του [μ] ενυπάρχει αυτός του μαλακοϋπερωικού [ν]: [ν+μ]+π ⇒ ɱb. Με άλλα λόγια έχουμε διττή συνήχηση, με εν̂τονότερη αυτήν του [μ]).

6. Κανένα [ντζ], [ντσ] ή [νκ] δε φωνείται χωριστά· οι φθόγ̂γοι συμ̂προφέρον̂ται γι’ αυτό έχουμε και την τροπή του φατνιακού [ν] στο αλλόφωνό του μαλακοϋπερωικό [ŋ]. Δεν μπορούμε στη μία περίπτωση να κάνουμε λόγο για συμφωνικά συμ̂πλέγματα και στην άλλη για έρρινα δίψηφα. Διיαφορετικά και στην περίπτωση των [τζ] και [τσ] θα πρέπει να μιλούμε για έρρινα και άρρινα δίψηφα. Τότε όμως τι γίνεται με την περίπτωση του [νκ]; Έχουμε έρρινο και άρρινο [κ] (ή [γκ]); π.χ.: μπάνκα – μπάκα ή μπάgα; Ποιος από εμάς λέει τα τελευταία; [μπάŋκα (ορθή προφορά) ή μπάŋgα (λαϊκότερος τύπος)] εκφέρουμε όλοι.  

7. Φρον̂τίσαμε για την ορθή προφορά των συγ̂κεκριμένων δάνειων προς τη γλώσσα μας λέξεων (από τις προαναφερθείσες ο σκαντζόχοιρος είναι γηγενής λέξη και ο γάντζος αν̂τιδάνειο) και για τη σωστή εκφορά χιλιάδων δικών μας αφήσαμε να περάσει ο καιρός και δεν κάναμε τίποτα.

8. Το [ν] των συμ̂πλεγμάτων [ντζ], [ντσ], [νκ] περιλαμβάνεται στη ρίζα των λέξεων οι οποίες δηλώνον̂ται. Το [ν] των συμφωνικών συμ̂πλεγμάτων [γ̂γ/γ̂κ], [γ̂κλ], [γ̂γρ/γ̂κρ], [μ̂π], [μ̂πλ], [μ̂πν], [μ̂πρ], [ν̂τ], [ν̂τλ], [ν̂τμ], [ν̂τρ], το οποίο αφορά χιλιάδες λέξεις της γλώσσας μας, δεν περιλαμβάνεται στη ρίζα τους;

9. Η γραπτή απόδοση του [ν] πριν από τα [τζ], [τσ] και [κ] επιβάλλει πάραυτα την αν̂τίστοιχη διיάκριση των δίψηφων [γγ/γκ], [μπ] και [ντ], προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα ρινικά συμ̂πλέγματα από τα άρρινα δίψηφα και τους φθόγ̂γους τους ([g], [b] και [d]).

Θα μπορούσαμε κάλλιστα να επανεκτυπώσουμε τα σχολικά βιβλία του Δημοτικού με τη χρήση διיακριτικών για τα ρινικά συμ̂πλέγματα και να τα διיαθέσουμε δοκιμαστικά στα Πειραματικά και τα Καλλιτεχνικά Σχολεία, ώστε να αξιολογήσουμε τα αποτελέσματα της προσπάθειας εκμάθησης της ορθής προφοράς.


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:  (ˆ)  το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

    (¨) ή (י)  η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

ΛΑΤΙΝΟΙ ΣΥΓ̖ΓΡΑΦΕΙΣ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΙΩΝΑ ΤΟ ΧΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΜΑ, ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΟN̖TΑΣ ΜΑΣ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ, ΑΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΜΙΛΟΥΜΕ ΣΩΣΤΑ




ΟΙ ΛΑΤΙΝΟΙ ΑΠΟΔΕΙΧΘΗΚΑΝ ΣΟΦΟΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΗΤΙΚΟΤΕΡΟΙ ΗΜΩΝ, ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΩΣΕ. ΕΜΕΙΣ ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΗΣ ΕΚΦΟΡΑΣ; ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΑΡΡΙΝΗ ΠΡΟΦΟΡΑ, ΟΤΑΝ Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΠΛΗΘΟΣ ΛΕΞΕΩΝ ΣΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ; ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΝΑ ΤΙΣ ΠΡΟΦΕΡΟΥΝ ΣΩΣΤΑ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΑ; ΕN̖TΕΛΕΙ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ, ΑΥΤΟΑΚΥΡΩΝΟΜΑΣΤΕ;!...



Ο Πόπλιος Νιγίδιος Φίγουλος (Publius Nigidius Figulus), ένας από τους πιο σημαν̂τικούς Ρωμαίους λόγιους, φιλοσόφους και γραμματικούς του 1ου αιώνα π.Χ, επιβεβαιώνει τους Βάρρωνα, Άκκιο και Πρισκιανό και την αναφορά τους στον Ίωνα το Χίο, όσον αφορά το άγμα και την ιστορική του ύπαρξη (βλ. σχετικό άρθρο: Άγμα - Το εικοστό πέμיπτο γράμμα του Αλφαβήτου μας, μια κραυγή αγωνίας για τη Γλώσσα).

Στο έργο του Γραμματικά Υπομνήματα (Commentarii Grammatici), ο Νιγίδιος αναλύει τη φύση του στη Λατινική γλώσσα.  Όπως διיασώζει ο μεταγενέστερος συγ̂γραφέας, λόγιος και γραμματικός Αύλος Γέλλιος (Aulus Gellius) στις Αττικές Νύχτες (Noctes Atticae, Βιβλίο 19 - Κεφάλαιο 14 - Παράγραφος 7), ο Νιγίδιος είχε αναφέρει ότι σε λέξεις όπως οι anguis, ancora και ingenuus, το [N] δεν προφέρεται με το συνηθισμένο του τρόπο. Αν̂τίθετα, αποκτά μιαν άλλη φωνητική αξία την οποία αποκαλεί «νόθο Ν» (adulterinum [Ν]), επειδή η γλώσσα δεν αγ̂γίζει τα δόν̂τια αλλά το πίσω μέρος του ουρανίσκου (μαλακή υπερώα), λόγω των συμφώνων που ακολουθούν.

Παραθέτω το πρωτότυπο κείμενο και την πηγή:

«Inter litteram ''n'' et ''g'' est alia vis, ut in nomine ''anguis'' et ''angari'' et ''ancorae'' et ''increpat'' et ''incurrit'' et ''ingenuus''. In omnibus enim his non uerum ''n'', sed adulterinum ponitur. Nam ''n'' non esse lingua indicio est; nam si ea littera esset, lingua palatum tangeret» (https://sartrix.miraheze.org/wiki/Agma — 3η παραπομ̂πή - υποσημείωση).

Δηλαδή: «Ανάμεσα στο γράμμα [Ν] και το [g] υπάρχει ένας άλλος ήχος, όπως στις λέξεις anguis (φίδι), angari (αγ̂γελιαφόροι), ancorae (άγ̂κυρες), increpat (επιπλήττει), incurrit (επιτίθεμαι) και ingenuus (ευγενής). Διיότι σε όλες αυτές τις λέξεις δεν τοποθετείται το πραγματικό [N], αλλά ένα νόθο (παραλλαγμένο). Απόδειξη ότι δεν πρόκειται για το κανονικό [N], είναι η γλώσσα· γιατί αν ήταν αυτό το γράμμα, η γλώσσα θα άγ̂γιζε τον (σκληρό) ουρανίσκο».

Παρακάτω, στην ίδια πηγή, ο Γάιος Μάριος Βικτωρίνος (Gaius Marius Victorinus), σπουδαίος Ρωμαίος γραμματικός, ρήτορας, φιλόσοφος και θεολόγος, στο έργο του Γραμματική Τέχνη (Ars Grammatica, Βιβλίο 1 - Περί Ορθογραφίας), αιτιολογεί γιατί τελικά οι Λατίνοι ορθώς επέλεξαν το [Ν] στο γραπτό λόγο για να δηλώσουν το άγμα, αν̂τί του [g] το οποίο αν̂τιστοιχεί στο [γ] και θα τους δημιουργούσε σύγχυση (αιώνες τώρα ταλανιζόμαστε με τη φωνητική διμορφία του [γ], με συνέπεια το σημερινό χάος στην προφορά) και στη συνέχεια δικαιώνει τη θέση μου ότι πριν από το δίψηφο [μπ] έχουμε διττή συνήχηση: τόσο του μαλοκοϋπερωικού [ν] όσο και του [μ], με εν̂τονότερη αυτή του [μ]· δηλαδή το χειλοδον̂τικό [ɱ] (ŋ+μ) και όχι απλώς συνήχηση του δεύτερου (θέση η οποία διיατυπώνεται και στα δύο συγ̂γραφικά μου έργα «Αγωγή Προφορικού Λόγου - Η Προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας», «Λεξικό Προφοράς της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας», καθώς και σε παλαιότερο άρθρο του ιστολογίου: Σημαν̂τική παράλειψη στο Διיεθνές Φωνητικό Αλφάβητο [ΔΦΑ] στην απόδοση των έρρινων δίψηφων συμφώνων της Κοινής Νεοελληνικής).

Πιο συγ̂κεκριμένα, αναφέρει: «Σχεδόν όλοι οι διיακεκριμένοι μελετητές που έχουν γράψει για την ορθογραφία επισημαίνουν ότι, τόσο στη δική μας γλώσσα όσο και στα Eλληνικά, απουσιיάζει ένας ήχος ενδιיάμεσος (vox media) των γραμμάτων [Ν] και [Μ]·  ήχος που δε διיαφέρει ουσιיαστικά από κανένα από τα δύο, αλλά και δεν αποδίδει σωστά κανένα τους. Λείπει και από εμάς και από τους Έλληνες. Όταν γράφουν Sambyx (< ελλην. Σάμβυξ > σαμβύκη, εξ ου και σαμ̂πούκα - έγχορδο μουσικό όργανο, διיάσημο ιταλικό λικέρ), δεν αποδίδουν ούτε το [Ν] ούτε το [Μ]. Ωστόσο, η ασάφεια αυτή εν̂τοπίζεται ίσως και σε λέξεις όπως οι ampelo (< ελλην. άμ̂πελος) και Lycambe (< ελλην. Λυκάμβης)».

Και καταλήγει: «Οι λέξεις anceps (δικέφαλος, διφορούμενος), ancilla (υπηρέτρια), Angitia (όνομα θεότητας), angustum (στενό), anquirit (άγ̂κυρες) γράφον̂ται με το γράμμα [Ν], αν και παλαιότερα συνηθιζόταν να γράφον̂ται με [g], κατά τα ελληνικά πρότυπα. Πρέπει να προσθέσω ότι, όπως ακριβώς λείπει ένα ιδιיαίτερο γράμμα για τον ήχο που μορφώνεται ανάμεσα στα γράμματα [Ν] και [Μ] -τόσο στους Έλληνες όσο και σε εμάς- έτσι λείπει και το αν̂τίστοιχο γράμμα για τον ήχο ανάμεσα στα [Ν] και [g]. Πράγματι, είτε οι Έλληνες γράφουν λέξεις όπως ''άγ̂γελον'', ''αγ̂κάλην'' και παρόμοιες με [ν], είτε με [γ], δεν προφέρουν καθαρά κανένα από τα δύο γράμματα. Ούτε εμείς, όταν γράφουμε τις προαναφερθείσες λέξεις με [Ν] ή με [g] προφέρουμε κανονικά το [N] ή το [g] στο λόγο μας (είναι δηλαδή ήχος ρινικός όπως το [Ν], αλλά μαλακοϋπερωικός όπως το [g]). Επειδή λοιπόν αυτός ο ήχος απουσιיάζει από το Αλφάβητό μας και το [Ν] είναι πιο οικείο στο αφτί μας από το [g], γράφουμε τις λέξεις anceps, ancilla, angustum, anquirit, ancora και τις παρόμοιες, με [N] αν̂τί για [g]. Αν̂τίθετα, χρησιμοποιούμε διπλό [g], όταν το αφτί μας απαιτεί τον ήχο δύο [g] (αυτό που εμείς ονομάζουμε μονοφθογ̂γισμό του δίψηφου συμφώνου - ατόφιο [γκ]), όπως στις λέξεις aggerem (ανάχωμα), suggillat (προσβάλλει), suggerendum (προτεινόμενο), suggestum (βήμα, εξέδρα) και άλλες παρόμοιες» [ό,τι δηλαδή πάθαμε εμείς σήμερα με τα δίψηφα: αν̂τί να πούμε φεγ̂γάρι (ορθή απόδοση), λέμε φεgάρι (εσφαλμένη)].

Τι σημαίνει αυτό: ότι οι Λατίνοι παρόλο που ήδη γνώριζαν πως το πρώτο [γ] στη γλώσσα μας αφορά το άγμα (μαλακοϋπεωρικό Ν) και το δεύτερο τον ήχο [g] (οι πρόγονοί μας πρόφεραν το [γ] ως [g], δηλαδή ο ήχος στην Αρχαία Ελληνική ήταν ηχηρός-συγ̂κοπτόμενος και όχι τριβόμενος-εξακολουθητικός, όπως είναι σήμερα), για να αποφευχθεί η σύγχυση στην προφορά, όχι απλώς επέλεξαν να γράφουν το [Ν] πριν από το [g], αλλά και στις λέξεις όπου πρέπει να προφέρουν μόνο το [g], πρόσθεσαν ένα επιπλέον [g], ώστε η διיαφορά να είναι διיακριτή.

Τελικά οι Λατίνοι αποδείχθηκαν σοφότεροι και προνοητικότεροι ημών: όχι απλώς διיέσωσαν την ορθή προφορά, αλλά και τη  διיέδωσαν στον υπόλοιπο κόσμο.

Ο γλωσσολογικός ισχυρισμός περί έρρινης και άρρινης προφοράς εν̂τός της Κοινής Νεοελληνικής (δηλαδή στην πρότυπη μορφή γλώσσας και όχι στα γλωσσικά ιδιώματα ή τις διיαλέκτους), είναι ανυπόστατος. Θα κάναμε ποτέ κουβέν̂τα στον Άγ̂γλο, το Γάλλο ή το Γερμανό για άρρινη εκφορά στη λέξη «άγ̂γελος»; Αν δηλώνον̂ταν στο γραπτό μας λόγο το άγμα και το αλλόφωνο [μ] με κάποιο ιδιיαίτερο γράμμα ή διיακριτικό σημείο, θα γινόταν σήμερα λόγος περί «άρρινης ή έρρινης προφοράς»;! Στο μέσον των γηγενών λέξεων το [γ] ποιον ήχο δηλώνει πριν από άλλο ουρανικό σύμφωνο ή πριν από το [ξ]; Δεν αφορά το μαλακοϋπερωικό [ν];

Εν̂τελώς αβάσιμη είναι και η άποψη περί μη αν̂τιληπτής φωνολογικής διיαφοράς και για το λόγο αυτό η παράλειψη των [ν] και [μ] θέμα ήσσονος (;) σημασίας.

Ανάμεσα στο angel και το agel, το angelo και το agelo ή το symbol και το sybol, το simbolo και το sibolo υπάρχει διיακριτή διיαφορά: όχι μόνον ηχητική αλλά και σημασιολογική· τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με το να πει κανείς «ελέξιμος» αν̂τί του «ελέγξιμος», «αχόνη» αν̂τί του «αγχόνη», «σύβολο» αν̂τί του «σύμβολο» ή «eglish» αν̂τί του «english» (Just close your eyes and think England without the [N] sounds). Πώς γίνεται άλλωστε, όταν κάποιος προφέρει ορθά τις λέξεις, πολλοί να νομίζουν ότι προέρχεται απ’ την Κύπρο; Άρα η διיαφορά ανάμεσα στην εκφορά των αλλόφωνων [ν], [μ] και στη σίγησή τους είναι εμφανής.

Η αναγνώριση της άρρινης προφοράς είναι ανακόλουθη: τόσο της ετυμολογίας των λέξεων όσο και της χρήσης τους σε άλλες γλώσσες (Οι δάνειες λέξεις της γλώσσας μας στην Αγ̂γλική, αδιיάψευστος μάρτυρας των ευ̂φωνικών συνηχήσεων στην Κοινή Νεοελληνική), με συνέπεια τις παραφθαρμένες και κακόηχες αποδόσεις.

Μην προσπαθούμε να βρούμε βάσιμες δικαιολογίες για να υποβαθμίσουμε το ζήτημα. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, πρόκειται για τη γλώσσα μας. Τα δίψηφα σύμφωνα στην προκειμένη περίπτωση δηλώνουν συμφωνικά συμ̂πλέγματα· αφορούν δηλαδή δύο ή περισσότερους φθόγ̂γους και όχι έναν (Η διיακύβευση δεν είναι η έρρινη προφορά, αλλά κάτι πολύ πιο σημαν̂τικό: η ορθή απόδοση χιλιάδων λέξεων της γλώσσας μας).

Λ.χ.: η λέξη άνδρας απαρτίζεται από 6 φθόγ̂γους: [α] [ν] [δ] [ρ] [α] [ς]. Επομένως δεν μπορεί ο δημώδης τύπος να περιλαμβάνει 5:  [α] [ντ] [ρ] [α] [ς] (όπου [ντ]: [d]). Η αποδοχή της απάλειψης του [ν] αυτομάτως σηματοδοτεί και αυτήν του λόγιου τύπου (άdρας ⇆ άδρας), προκειμένου οι τύποι να είναι φωνητικά ισοδύναμοι (βλ. σχετικό άρθρο: Τελικά, πόσο ορθά και ωραία μιλούμε τη γλώσσα μας;).

Δεν μπορούμε να λέμε βεντέτα [d] (ντίβα) και να εννούμε τη βεν̂τέτα [ŋd] (αν̂τεκδίκηση)· ή καμπάνα [b] (μπανγκαλόου) και να αναφερόμαστε στην καμ̂πάνα [ɱb] (σήμαν̂τρο - τιμωρία), χωρίς κανείς να καταλαβαίνει τη διיαφορά.

Είναι δυνατόν να αναφερόμαστε σε άρρινη προφορά, όταν η γλώσσα μας έχει προσφέρει ένα τεράστιο πλήθος λέξεων στις άλλες γλώσσες; Είναι δυνατόν οι ξένοι να τις προφέρουν σωστά και εμείς λανθασμένα; Εν̂τέλει τι κάνουμε, αυτοακυρωνόμαστε;!...

Ο μονοφθογ̂γισμός των δίψηφων συμφώνων δεν έχει ως συνέπεια απλώς την εσφαλμένη και κακόηχη απόδοση· οδηγεί και στην απαξίωση την ίδιας της γλώσσας, αφού βάλλεται το κύρος και η μορφολογική της υπόσταση.

Το πρόβλημα οφείλεται:

1. στην αδυναμία πλέον του Αλφαβήτου μας να διיακρίνει τα μονόφθογ̂γα από τα δίφθογ̂γα δίψηφα σύμφωνα -ή ορθότερα συμφωνικά συμ̂πλέγματα- γιατί περί τέτοιων πρόκειται

2. στη σύγχυση ή τη λανθασμένη αν̂τίληψη που επικρατεί όσον αφορά την απόδοση των δίψηφων συμφώνων

3. στην άγνοια, ελλείψει διδασκαλίας των κανόνων προφοράς

4. στην αδράνεια - αδιיαφορία της Πολιτείας, είτε στο να μεριμνήσει για το μάθημα της Ορθοφωνίας στην Εκπαίδευση (Πανεπιστήμια - Παιδαγωγικές Σχολές - Σχολεία), είτε να επιλύσει το πρόβλημα μέσω γλωσσικής μεταρρύθμισης

Το άγμα είναι η επίσημη ονομασία η οποία δόθηκε από τους προγόνους μας για το μαλακοϋπερωικό ρινικό σύμφωνο Ν (στη Γλωσσολογία συμβολίζεται με το αλλόφωνο [ŋ]), το οποίο στο γραπτό λόγο δηλώνεται (;) -διיατηρώ έν̂τονη επιφύλαξη αφού διיόλου δε διδάσκεται- άλλοτε με το [γ] (έρρινο είναι το [γ] πριν από άλλο ουρανικό σύμφωνο, δηλαδή πριν από το ίδιο το [γ], το [κ] και το [χ], ή το διπλό [ξ]) [π.χ.: φεγγάρι (γραφή) → φεγ̂γάρι (προφορά)] και άλλοτε με το ίδιο το [ν] [π.χ.: πέντε (γραφή) → πέν̂τε (προφορά)].

Το 1941, με την έκδοση της Νεοελληνικής  Γραμματικής, ο Μανόλης Τριαν̂ταφυλλίδης θέλον̂τας -μεταξύ άλλων- να αποδώσει τη ζων̂τανή ομιλία και την προφορά της Δημοτικής, προχώρησε σε γλωσσική μεταρρύθμιση αναγνωρίζον̂τας και συμ̂περιλαμβάνον̂τας τη φωνητική ορθογραφία των [ντρ] και [μπρ] για δημώδεις τύπους, όπως οι: άν̂τρας, δέν̂τρο, παν̂τρεύομαι, χον̂τρός, γαμ̂πρός κ.ά.

Ο λόγος που συνέβη αυτό ήταν ότι από τους ελληνιστικούς χρόνους η προφορά των [β] και [δ], η οποία αν̂τιστοιχούσε στον ήχο του [b] και του [d] είχε αρχίσει να αλλάζει, με συνέπεια τα εν λόγω γράμματα να μην αποδίδουν πλέον τους αρχικούς φθόγ̂γους. Έτσι προέκυψαν οι συγ̂κεκριμένες διτυπίες στη γλώσσα μας, με τα [νδρ] και [μβρ] να αφορούν τους λόγιους τύπους και την ιστορική ορθογραφία και τα [ντρ], [μπρ] τους δημώδεις οι οποίοι είναι σύμφωνοι προς την αρχαία ελληνική προφορά των [β] και [δ]. Πού να φαν̂ταζόταν ότι σε λιγότερο από 85 χρόνια τα [μπ] και [ντ]  -ελλείψει διδασκαλίας των κανόνων προφοράς και επομένως φωνητικής σύγχυσης- θα μονοφθογ̂γίζον̂ταν και τελικά θα ταυτίζον̂ταν με τους ήχους [b] και [d]. Κάτι ανάλογο συνέβη και με τα [γγ/γκ].

Στην εισήγησή μου για τη συμ̂πλήρωση του Αλφαβήτου μας με τους ελλείπον̂τες φθόγ̂γους και τη χρήση των διיακριτικών [ˆ], [¨] ή [י] στο γραπτό λόγο για την αποσαφήνιση των δίψηφων συμφώνων και την ορθή προφορά, μετά την αλφαβητική του κατάταξη, το άγμα το ονομάζω άλλοτε γνίγμα (αλλιώς γνι) και άλλοτε νίγμα, ανάλογα με το ποιο σύμφωνο ακολουθεί ([γ] ή [κ] για το πρώτο, [τ] για το δεύτερο). Ωστόσο η φωνητική του αξία παραμένει η ίδια· αλλάζει απλώς το όνομα για την έν̂ταξή του στο Αλφάβητο και την κατανόηση της χρήσης.


Γιατί δε βάζουμε ένα διיακριτικό πάνω από το [γ], το [ν] και το [μ] μέσα στη λέξη, όπου χρειάζεται, το οποίο να σηματοδοτεί την εκφορά του [ν] ή του [μ], ώστε το ζήτημα να λυθεί οριστικά;

– Καλή σχολική χρονιά!

ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:  (ˆ)  το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

    (¨) ή (י)  η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά.

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025

ΤΕΛΙΚΑ, ΠΟΣΟ ΟΡΘΑ ΚΑΙ ΩΡΑΙΑ ΜΙΛΟΥΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ;



ΑΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΜΙΛΟΥΜΕ ΣΩΣΤΑ, ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΟΡΘΟΓΡΑΦΟΥΜΕ ΤΑ ΔΙΨΗΦΑ ΣΥΜΦΩΝΑ


Ο περισσότερος κόσμος έχει ταυτίσει τα δίψηφα σύμφωνα γγ/γκ, μπ, ντ με τους ήχους [g], [b] και [d]. Έχει δε εξοικειωθεί σε τέτοιο βαθμό με το μονοφθογ̂γισμό τους εν̂τός των λέξεων, ώστε να μην αν̂τιλαμβάνεται τη διיαφορά σε σχέση με τα συμφωνικά συμ̂πλέγματα γ̂γ/γ̂κ, μ̂π, ν̂τ, τα οποία παριστάνουν δύο φθόγ̂γους, τους: [ν+γγ/ν+γκ], [μ+μπ] και [ν+ντ].

Για να καταλάβουμε πόσο λανθασμένα και άσχημα μιλούμε τη γλώσσα μας, παραθέτω κάποιες λέξεις στην Αγ̂γλική, τις οποίες σας καλώ να διαβάσετε, απαλείφον̂τας τα [μ] και [ν].


Θα εκφέραμε ποτέ τοιουτοτρόπως αυτές τις λέξεις; Προφανώς, όχι. Ωστόσο, εκφέρουμε τις δικές μας!

Μέσα στην κακοδαιμονία που πλήττει τη γλώσσα, λόγω της αδυναμίας του Αλφαβήτου μας να αποδώσει τις σύγ̂καιρες φωνολογικές της ανάγ̂κες, είναι ευτύχημα που τα συμφωνικά συμ̂πλέγματα [μβ] και [νδ], σε λέξεις όπως οι παρακάτω, δεν τράπηκαν σε [μπ] και [ντ]. Διיαφορετικά και αυτές θα αποδίδον̂ταν εσφαλμένα.

1. Λέξεις με [μβ(λ/ρ)]:

αμβλύνω, διθύραμβος, εκθαμβωτικός, εμβαδόν, εμβαθύνω, έμβασμα, εμβατήριο, εμβέλεια, έμβλημα, έμβιος, εμβόλιο, έμβολο, εμβριθής, εμβρόν̂τητος, έμβρυο, επέμβαση, θρίαμβος, ιαμβικός, κολυμβητής, κύμβαλο, λαμβάνω, λέμβος, μεμβράνη, όμβρια, ρεμβάζω, ρόμβος, συμβαδίζω, συμβάν, σύμβαση, συμβιβασμός, συμβίωση, συμβολή, σύμβολο, συμβούλιο, τύμβος κ.ά.

Η απόδοση κατά τις γαμπρός/κολύμπι/κόμπος [b], αν̂τί των ορθών γαμ̂πρός/κολύμ̂πι/κόμ̂πος [μ+μπ], θα ήταν:

αμπλύνω, διθύραμπος,εκθαμπωτικός, εμπαδόν, εμπαθύνω, έμπασμα, εμπατήριο, εμπέλεια, έμπλημα, έμπιος, εμπόλιο, έμπολο, εμπριθής, εμπρόντητος, έμπρυο, επέμπαση, θρίαμπος, ιαμπικός, κολυμπητής, κύμπαλο, λαμπάνω, λέμπος, μεμπράνη, όμπρια, ρεμπάζω, ρόμπος, συμπαδίζω, συμπάν,, σύμπαση, συμπιβασμός, συμπίωση, συμπολή, σύμπολο, συμπούλιο, τύμπος

2. Λέξεις με [νδ(ρ)]:

ανδραγαθία, ανδριάν̂τας, ανδρισμός, ανδροπρεπής, βανδαλισμός, γόνδολα, δενδροκομία, δενδρύλλιο, εκיσφενδονίζω, ένδεια, ένδειξη, ενδημισμός, ενδιיάθετος, ενδιαίτημα, ενδιיάμεσα, ενδιיαφέρον, ενδοιיασμός, ενδοκρινής, ενδόμυχα, ενδυμασία, ενδυνάμωση, επανδρώνω, επικίνδυνος, ινδιיάνος, κονδύλιο, κύλινδρος, ομοσπονδία, οποιονδήποτε, πανδαιμόνιο, πανδημία, πανδοχείο, σαλαμάνδρα, σανδάλια, σκάνδαλο, σπονδή, σπόνδυλος, σύνδεση, συνδιיάλεξη, συνδιיαλλαγή, συνδιיάσκεψη, συνδικαλιστής, σύνδικος, συνδρομή, σύνδρομο, συνδυיασμός, χονδρεμπόριο, χόνδρος κ.ά.

Ομοίως, κατά τις άντρας/δέντρο/χοντρός [d], αν̂τί των ορθών άν̂τρας/δέν̂τρο/χον̂τρός [ν+ντ], θα λέγαμε:

αντραγαθία, αντριάντας, αντρισμός, αντροπρεπής, βανταλισμός, γόντολα, δεντροκομία, δεντρύλλιο, εκσφεντονίζω, έντεια, έντειξη, εντημισμός, εντιάθετος, εντιαίτημα, εντιάμεσα, εντιαφέρον, εντοιασμός, εντοκρινής, εντόμυχα, εντυμασία, εντυνάμωση, επαντρώνω, επικίντυνος, ιντιάνος, κοντύλιο, κύλιντρος, ομοσποντία, οποιοντήποτε, πανταιμόνιο, παντημία, παντοχείο, σαλαμάντρα, σαντάλια, σκάνταλο, σποντή, σπόντυλος, σύντεση, συντιάλεξη, συντιαλλαγή, συντιάσκεψη, συντικαλιστής, σύντικος, συντρομή, σύντρομο, συντυασμός, χοντρεμπόριο, χόντρος

Ίσως η συγ̂κεκριμένη αναφορά, τελικά, βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε το γλωσσικό τέλμα στο οποίο βρισκόμαστε.

Είναι ιδιיαίτερα λυπηρό και παράδοξο, ένας λαός με τόσο καλλιεργημένη γλώσσα να προφέρει κατ’ αυτό τον τρόπο. Ακόμη χειρότερο όμως είναι ότι δεν πράττουμε τίποτα ώστε να αλλάξει η κατάσταση.


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:  (ˆ)  το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

    (¨) ή (י)  η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά.