Ένρινον είναι και το [γ], όταν ευρίσκεται προ των ουρανικών [κ], [γ], [χ] ή προ του [ξ]: άγκυρα, αγγείον, άγχω, άγξω (Αχιλλέας Τζάρτζανος) ▪ Συλλογιστείτε πώς προφέρεται το πρώτο [γ] στις λόγιες <παγγερμανισμός>, <παγγνωσία> ή <συγγνωστός>, στις οποίες, κατ’ εξαίρεση, δεν έχουμε τροπή του δεύτερου συμφώνου ▪ Αρκετές φορές, τα [μπ] και [ντ] μέσα στη λέξη είναι οι άλλες μορφές των [μβ] και [νδ]: κόμβος → κόμ̂πος, ένδεκα → έν̂τεκα ▪ Αυτό που ουσιיαστικά τρέπεται είναι το δεύτερο σύμφωνο ▪ Όταν γράφω και τα δίψηφα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] αφορούν δύο φθόγ̂γους, προσθέτω ένα διיακριτικό ώστε να αναγνωρίζουν απαξάπαν̂τες πώς προφέρον̂ται ▪ Τα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] είναι δίψηφα σύμφωνα, ενώ τα [γ̂γ/γ̂κ], [μ̂π], [ν̂τ] συμφωνικά συμ̂πλέγματα ▪ Τα συμφωνικά συμ̂πλέγματα δε μονοφθογ̂γίζον̂ται (!) ▪ Το σωστό είναι να αναφερόμαστε σε έρρινα συμ̂πλέγματα και όχι σε έρρινα και άρρινα δίψηφα, παρόλο που τα γραφήματά τους ονομάζον̂ται δίψηφα σύμφωνα ▪ Αν δε γίνει η αναγ̂καία γραπτή διיάκριση ανάμεσα στα έρρινα συμ̂πλέγματα και τα δίψηφα σύμφωνα, σε λίγον καιρό θα αναφερόμαστε στην αλλοίωση και τον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (κόμπος [b] ⇔ κόβος, έντεκα [d] ⇔ έδεκα, άγγελος [g] ⇔ agel ≠ angel < άγ̂γελος) ▪ Εάν θέλουμε να μιλούμε σωστά, να μάθουμε να ορθογραφούμε τα δίψηφα: να τα γράφουμε με το γνι [γ̂], το μίγμα [μ̂] και το νίγμα [ν̂]

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΣΟΦΙΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ – ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΗ ΕΔΡΑΣ ΟΡΘΟΦΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕN̖TΑΞΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

 



ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ


 

ΠΡΟΣ:

Την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, κα Σοφία Ζαχαράκη


ΘΕΜΑ: «Η Ορθοφωνία ως αυτοτελές γνωστικό αν̂τικείμενο στην Ανώτατη Εκπαίδευση – Πρόταση θεσμοθέτησης έδρας Αγωγής Προφορικού Λόγου και Φωνής (Ορθοφωνίας) και έν̂ταξής της στην Παιδαγωγική Εκπαίδευση» 


Αξιότιμη κυρία Υπουργέ, 

Με την παρούσα επιστολή θα ήθελα να θέσω υπόψη σας μία πρόταση που αφορά ένα ιδιיαίτερα σημαν̂τικό, πολυδιיάστατο και μέχρι σήμερα ανεπαρκώς θεσμοθετημένο γνωστικό αν̂τικείμενο στη χώρα μας: την Ορθοφωνία.

Η Ορθοφωνία αποτελεί ένα αυτοτελές πεδίο επιστημονικής γνώσης και τεχνικής, με ευρύτατο πεδίο εφαρμογών. Δεν πραγματεύεται απλώς την εκγύμναση και ενδυνάμωση, τόσο της φωνής όσο και της άρθρωσης, με σκοπό την ανάδειξη της ερμηνείας, αλλά και τη βελτίωση ή την εξομάλυνση τυχόν δυσλειτουργιών τους. Δηλαδή δεν έχει μόνο τεχνικό ή εκπαιδευτικό χαρακτήρα, αλλά και προληπτικό ή διיορθωτικό. Συνδυיάζει γνώσεις ανατομίας και φυσιολογίας της αναπνοής, της φωνής και της άρθρωσης, φωνητικής, φωνολογίας, ακουστικής, κιναισθησίας, επικοινωνίας, ρητορικής, συνδέον̂τας την επιστημονική γνώση με την εκπαίδευση και την πράξη.

Η ιστορική παρουσία της Ορθοφωνίας στην ελληνική θεατρική εκπαίδευση συσχετίζεται με την ανάπτυξη της σύγχρονης θεατρικής παιδείας και την ανάγ̂κη συστηματικής καλλιέργειας της φωνής και της άρθρωσης. Η ανάγ̂κη αυτή υπήρξε ανέκαθεν θεμελιώδης για τη θεατρική εκπαίδευση και την ανάδειξη της υποκριτικής, ειδικά στην ερμηνεία του αρχαίου δράματος, του ποιητικού λόγου και του κλασικού ρεπερτορίου, όπου οι απαιτήσεις είναι πολύ υψηλές.

Η γνώση και η μεθοδολογία της απαιτούν ιδιיαίτερη εξειδίκευση, ιδίως όταν πρόκειται για την εκπαίδευση ηθοποιών, τραγουδιστών ή επαγ̂γελματιών ομιλητών. Η διδασκαλία της προϋποθέτει εκπαιδευτές με ουσιיαστική κατάρτιση στην τεχνική της αναπνοής, τη φωνή, την άρθρωση, την εκφορά του λόγου και την ερμηνεία.

Παρά τη σημασία και το εύρος του αν̂τικειμένου της, η Ορθοφωνία δεν έχει αποκτήσει μέχρι σήμερα αυτοτελή και οργανωμένη ακαδημαϊκή υπόσταση στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση.

Η πρόσφατη ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών και η προγραμματισμένη έναρξη της λειτουργίας της κατά το Ακαδημαϊκό Έτος 2027-2028 δημιουργούν μια ιδιיαίτερα σημαν̂τική δυνατότητα: να αποτελέσει η νέα Σχολή θεσμικό πυρήνα για την ακαδημαϊκή ανάπτυξη, τη συστηματική διδασκαλία και την επιστημονική εξέλιξη της Ορθοφωνίας στην Ελλάδα.

Η δυνατότητα έν̂ταξης του αν̂τικειμένου στον ακαδημαϊκό σχεδιיασμό της νέας Σχολής από τα πρώτα στάδια της λειτουργίας της, θα μπορούσε να καλύψει ένα μεγάλο εκπαιδευτικό κενό, δημιουργών̂τας τις προϋποθέσεις για τη συγ̂κρότηση ενός οργανωμένου πεδίου διδασκαλίας, έρευνας και εξειδικευμένης κατάρτισης.

Για το λόγο αυτό, προτείνω τη θεσμοθέτηση της Αγωγής του Προφορικού Λόγου και της Φωνής (Ορθοφωνίας) ως αυτοτελούς γνωστικού αν̂τικειμένου, με τη δημιουργία αν̂τίστοιχης έδρας και εξειδικευμένου εργαστηρίου, το οποίο θα αναπτύξει εκπαιδευτικό, ερευνητικό και εφαρμοσμένο έργο.

Σε μεταγενέστερο στάδιο, και εφόσον το επιστημονικό και εκπαιδευτικό έργο το δικαιολογήσει, θα μπορούσε να εξεταστεί η περαιτέρω ακαδημαϊκή ανάπτυξη του αν̂τικειμένου, ακόμη και μέσω αυτοτελούς Τμήματος ή ευρύτερης Ακαδημαϊκής Μονάδας.

Το Πεδίο Εφαρμογής της Αγωγής του Προφορικού Λόγου και της Φωνής

Η πρόταση αυτή δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην εκπαίδευση των ηθοποιών και των καλλιτεχνών. Η Ορθοφωνία απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο που χρησιμοποιεί τη φωνή και τον προφορικό λόγο ως βασικό εργαλείο επαγ̂γελματικής δραστηριότητας, δημόσιας παρουσίας, καλλιτεχνικής έκφρασης, διδασκαλίας και επικοινωνίας.

Ενδεικτικά, αφορά:

καλλιτέχνες - πολιτικούς - διπλωμάτες - δικηγόρους - δικαστές - εισαγ̂γελείς - εκπαιδευτικούς - εισηγητές - δημοσιογράφους - παρουσιיαστές - εκφωνητές - αν̂ταποκριτές - κληρικούς - ξεναγούς -  στελέχη επιχειρήσεων - διיευθυν̂τές - εκπροσώπους τύπου, δημοσίων σχέσεων ή εξυπηρέτησης πελατών - πωλητές - διיαφημιστές - ραδιיοφωνικούς ή διיαδικτυακούς παραγωγούς - δημιουργούς ψηφιακού περιεχομένου κ.ά.

Ειδικότερα, η Ορθοφωνία μπορεί να συμβάλει:

Στις Παραστατικές Τέχνες

Στην εκπαίδευση ηθοποιών, τραγουδιστών και ερμηνευτών, στην τεχνική υποστήριξη της υποκριτικής, στην ερμηνεία του θεατρικού, του ποιητικού λόγου ή του τραγουδιού, στην ανάπτυξη της εκφραστικότητας της φωνής αλλά και στην προστασία της.

Στην Παιδαγωγική και την Εκπαίδευση

Στην κατάρτιση των μελλον̂τικών εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, οι οποίοι χρησιμοποιούν καθημερινά τη φωνή τους ως βασικό εργαλείο διδασκαλίας και επικοινωνίας. Η σωστή αναπνοή, η καθαρή άρθρωση, η ορθή προφορά, ο ρυθμός, ο επιτονισμός, η έν̂ταση και η εκφραστικότητα του λόγου και της φωνής αποτελούν ουσιώδεις δεξιότητες για κάθε εκπαιδευτικό.

Στην Επικοινωνία και τη Ρητορική

Στην εκπαίδευση επαγ̂γελματιών που απευθύνον̂ται σε δημόσιο ακροατήριο ή χρησιμοποιούν συστηματικά τη φωνή και τον προφορικό λόγο, στο πλαίσιο της εργασίας ή των δραστηριοτήτων τους, όπως δημοσιογράφοι, παρουσιיαστές, πολιτικοί, δικηγόροι, δικαστικοί λειτουργοί, εκπαιδευτικοί, εισηγητές, ομιλητές κ.ά.

Στην Προστασία της Φωνής των Επαγ̂γελματιών Ομιλητών

Στην εκπαίδευση και συμβουλευτική επαγ̂γελματιών που καταπονούν συστηματικά τη φωνή τους, με στόχο την αποτελεσματική χρήση της, την πρόληψη της φωνητικής κόπωσης και την ανάπτυξη κατάλληλων τεχνικών διיαχείρισης.

Στην Επιστημονική Μελέτη της Φωνής

Στη διיερεύνηση της φωνητικής λειτουργίας, της ακουστικής αν̂τίληψης, της αναπνοής, της άρθρωσης και της σχέσης σώματος, φωνής και συναισθηματικής έκφρασης, σε συνέργεια με συναφή επιστημονικά πεδία, όπως η  ανατομία, η φυσιολογία, η λογοθεραπεία, η φωνητική, η ακουστική, η γλωσσολογία, οι νευροεπιστήμες, η ψυχολογία και η κινησιολογία.

Η Διיορθωτική και Εξομαλυν̂τική Διיάσταση της Ορθοφωνίας

Ιδιיαίτερα σημαν̂τική είναι και η διיορθωτική διיάσταση της Ορθοφωνίας, η οποία αναδεικνύεται κυρίως στο πλαίσιο της θεατρικής και καλλιτεχνικής εκπαίδευσης.

Ο καθηγητής Ορθοφωνίας δεν καλείται να εκπαιδεύσει αποκλειστικά σπουδαστές που διיάθέτουν πρωτογενώς καλή φωνητική και αρθρωτική λειτουργία. Συχνά αναλαμβάνει να εργαστεί με άτομα που παρουσιיάζουν δυσκολίες στην αναπνοή, την άρθρωση, το ρυθμό της ομιλίας ή τη φωνή, οι οποίες επηρεάζουν την επικοινωνιακή και ερμηνευτική τους απόδοση.

Μέσα από εξειδικευμένες ασκήσεις μπορεί να συμβάλει ουσιיαστικά στη βελτίωση ή την εξομάλυνση πολλών τέτοιων δυσκολιών και επομένως στην ανάδειξη αποτελεσματικών φωνητικών και εκφραστικών δεξιοτήτων.

Η συγ̂κεκριμένη εκπαιδευτική παρέμβαση αποκτά ιδιיαίτερη σημασία στις δραματικές σχολές, όπου η καθαρότητα της άρθρωσης, η ευκρίνεια, η ορθή προφορά, η φωνητική ευελιξία και η εκφραστική επάρκεια, αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την ολοκληρωμένη εκπαίδευση του ηθοποιού.

Η Αναπνοή ως Θεμελιώδης Πυλώνας της Ορθοφωνίας

Η αναπνοή δεν είναι απλώς ένα μέσο υποστήριξης της φωνής. Αποτελεί τη βασική πηγή παραγωγής φωνητικού έργου και έναν από τους σημαν̂τικότερους παράγον̂τες ρύθμισης της εκφοράς του λόγου.

Ιδιיαίτερη θέση στο αν̂τικείμενο της Ορθοφωνίας κατέχει η τεχνική της αναπνοής, η οποία συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση της εκφοράς του λόγου και της φωνής.

Η συνειδητή γνώση και διיαχείρισή της επιτρέπουν στον ομιλητή, στον ηθοποιό και στον τραγουδιστή να αξιοποιούν αποτελεσματικά τις φωνητικές τους δυνατότητες, να ελέγχουν την έν̂ταση, τη διיάρκεια και την ποιότητα της φωνής και να αποδίδουν με ακρίβεια τις συναισθηματικές και νοηματικές διיακυμάνσεις του λόγου.

Η συστηματική εκπαίδευση στην αναπνοή, στον έλεγχο της μυϊκής συμ̂περιφοράς του σώματος, στο συν̂τονισμό αναπνοής και φώνησης, καθώς και στην αξιοποίηση των φυσικών ηχητικών δυνατοτήτων αν̂τήχησης του σώματος, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ολοκληρωμένης εκπαίδευσης ενός επαγ̂γελματία ομιλητή και ερμηνευτή.

Η Επέκταση της Ορθοφωνίας στην Πανεπιστημιακή και τη Σχολική Εκπαίδευση

Παράλληλα με την ακαδημαϊκή θεσμοθέτηση της Ορθοφωνίας στην Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών, θεωρώ ότι το αν̂τικείμενο θα πρέπει να αποκτήσει σταδιיακά ουσιיαστική θέση στα προγράμματα σπουδών των Παιδαγωγικών Τμημάτων και των Πανεπιστημιακών Σχολών που σχετίζον̂ται με την επικοινωνία και τον προφορικό λόγο.

Η εκπαίδευση των μελλον̂τικών εκπαιδευτικών στην ορθή χρήση της φωνής, στην τεχνική της αναπνοής, στην καθαρή άρθρωση, στην ορθή προφορά και στην εκφραστική απόδοση του λόγου θα μπορούσε να αποτελέσει μία εξαιρετικά σημαν̂τική προσθήκη στην πανεπιστημιακή τους κατάρτιση.

Η φωνή του εκπαιδευτικού δεν αποτελεί απλώς μέσο μετάδοσης πληροφοριών. Είναι ένα από τα βασικότερα παιδαγωγικά εργαλεία, μέσω των οποίων διיαμορφώνεται η μαθησιακή εμ̂πειρία, η ακουστική αν̂τίληψη, η γλωσσική εξοικείωση και η επικοινωνιακή σχέση με τους μαθητές.

Ο εκπαιδευτικός αποτελεί καθημερινά πρότυπο προφορικού λόγου για τους μαθητές του. Ο τρόπος με τον οποίο αρθρώνει, προφέρει, τονίζει και εκφέρει τις λέξεις επηρεάζει αναπόφευκτα τη γλωσσική αν̂τίληψη και τις προφορικές τους συνήθειες. Επομένως, η εκπαίδευση του μελλον̂τικού εκπαιδευτικού στην ορθή χρήση του λόγου και της φωνής δε θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη ή δευτερεύουσα δεξιότητα, αλλά ουσιיαστικό μέρος της παιδαγωγικής του κατάρτισης. Η τεχνική της αναπνοής μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της φωνητικής καταπόνησης, ενός ζητήματος μείζονος σημασίας για ένα επάγ̂γελμα που προϋποθέτει καθημερινή και πολύωρη χρήση της φωνής.

Η Ορθή Προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας ως Θεμελιώδης Στόχος της Εκπαίδευσης

Μία ακόμη πολύ σημαν̂τική διיάσταση της Ορθοφωνίας, την οποία θεωρώ αναγ̂καίο να αναδείξω, αφορά την ορθή προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας και τη συστηματική της διδασκαλία στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Παρόλο που η καλλιέργεια του προφορικού λόγου θεωρείται ουσιώδης, η μεθοδική και εξειδικευμένη εκπαίδευση στη φωνητική και φωνολογική δομή της κοινής μας γλώσσας δεν έχει αποκτήσει μέχρι σήμερα την απαραίτητη αυτοτελή θέση στα προγράμματα σπουδών των Παιδαγωγικών Τμημάτων.

Κατ’ επέκταση, οι μελλον̂τικοί εκπαιδευτικοί δεν έχουν τη δυνατότητα να λάβουν οργανωμένη πανεπιστημιακή κατάρτιση στην Ορθοφωνία, ώστε να μπορούν να μεταδώσουν στους μαθητές τους τις αρχές της καθαρής άρθρωσης, της ορθής προφοράς και της σωστής εκφοράς του ελληνικού λόγου.

Μεγάλη σημασία έχει η διδασκαλία της ορθής προφοράς των δίψηφων συμφώνων [γγ/γκ], [μπ] και [ντ] και των αν̂τίστοιχων φθόγ̂γων που αποδίδον̂ται με αυτούς τους γραπτούς συνδυיασμούς.

Πρόκειται για ένα ουσιώδες μέρος της φωνητικής και φωνολογικής κατάρτισης, το οποίο απαιτεί συστηματική διδασκαλία, ακουστική εξάσκηση και πρακτική εφαρμογή. Η σωστή διיάκριση, αναγνώριση και προφορά των συγ̂κεκριμένων φθόγ̂γων, αποτελεί σημαν̂τικό στοιχείο της ορθής προφορικής έκφρασης.

Η σωστή προφορά δεν είναι απλώς ζήτημα προσωπικής φωνητικής συνήθειας. Συνιστά βασικό στοιχείο της γλωσσικής παιδείας, της σαφήνειας, της επικοινωνίας και της καλλιέργειας του προφορικού λόγου.

Η διδασκαλία της πρότυπης Κοινής Νεοελληνικής, με σεβασμό παράλληλα στις διיαλεκτικές και γλωσσικές ποικιλίες, μπορεί να συμβάλει ουσιיαστικά στην ανάπτυξη της ακουστικής αν̂τίληψης και της φωνητικής επάρκειας των μαθητών.

Για να επιτευχθεί, όμως, η συστηματική της διδασκαλία στα σχολεία, είναι απαραίτητο να προηγηθεί η εκπαίδευση των ίδιων των εκπαιδευτικών.

Για το λόγο αυτό, θεωρώ αναγ̂καία την καθιέρωση αυτοτελούς πανεπιστημιακού μαθήματος, με τίτλο: «Ορθοφωνία και Φωνητική της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας» στα Παιδαγωγικά Τμήματα, με ιδιיαίτερη έμφαση:

•Στην ορθή προφορά των φθόγ̂γων της ελληνικής γλώσσας

•Στη φωνητική πραγμάτωση των δίψηφων συμφώνων

•Στην ακουστική διיάκριση και αναγνώρισή τους

•Στην καθαρή άρθρωση και την ευκρίνεια του λόγου

•Στο σωστό τονισμό και επιτονισμό

•Στη σωστή αναπνοή και τη φωνητική αγωγή του εκπαιδευτικού

•Στη διδακτική μεθοδολογία για την καλλιέργεια της ορθής προφοράς στους μαθητές

Παράλληλα, η προτεινόμενη έδρα Αγωγής του Προφορικού Λόγου και της Φωνής θα μπορούσε να αποτελέσει τον επιστημονικό και εκπαιδευτικό πυρήνα για την ανάπτυξη κατάλληλης μεθοδολογίας, την κατάρτιση των εκπαιδευτικών και την παραγωγή εξειδικευμένου διδακτικού υλικού, το οποίο θα αξιοποιείται στα σχολεία.

Σε μεταγενέστερο στάδιο, θα μπορούσε να εξεταστεί η εισαγωγή ειδικά διיαμορφωμένων μαθημάτων φωνητικής αγωγής και ορθής προφοράς στην προσχολική, την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με στόχο την καλλιέργεια της ακουστικής αν̂τίληψης, της καθαρής άρθρωσης και της ορθής εκφοράς της γλώσσας μας, από μικρή ηλικία.

Με τον τρόπο αυτό, η Ορθοφωνία δε θα περιορίζεται στην εκπαίδευση των καλλιτεχνών και των επαγ̂γελματιών ομιλητών, αλλά θα αποκτήσει ουσιיάστικό ρόλο στη γενικότερη γλωσσική παιδεία της χώρας, συμβάλλον̂τας στην ενίσχυση της ορθής εκφοράς και της ποιοτικότερης προφορικής επικοινωνίας των νέων γενεών.

Δεν μπορεί να υπάρξει συστηματική διδασκαλία της ορθής προφοράς της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία, εάν προηγουμένως δεν έχει διיάσφαλιστεί η κατάλληλη επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση των ίδιων των εκπαιδευτικών.

Η Επιστημονική και Ερευνητική Διיάσταση της Προτεινόμενης Ακαδημαϊκής Μονάδας

Η δημιουργία της προτεινόμενης ακαδημαϊκής μονάδας δε θα περιορίζεται αποκλειστικά στη διδασκαλία της Ορθοφωνίας, αλλά θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη ενός ευρύτερου πεδίου επιστημονικής έρευνας.

Ενδεικτικά, το ερευνητικό της έργο θα μπορούσε να επικεν̂τρώνεται:

•Στη μελέτη της φωνητικής λειτουργίας και της αναπνοϊκής υποστήριξης

•Στη φωνητική και φωνολογική καλλιέργεια της Ελληνικής Γλώσσας

•Στις μεθόδους εκπαίδευσης και διδασκαλίας του προφορικού λόγου

•Στη φωνητική αγωγή των εκπαιδευτικών και των επαγ̂γελματιών του λόγου και της φωνής

•Στην ανάπτυξη σύγχρονων εκπαιδευτικών μεθόδων και εξειδικευμένου διδακτικού υλικού

•Στη μελέτη της σχέσης φωνής, σώματος, αναπνοής και εκφραστικής επικοινωνίας

Παράλληλα, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν συνεργασίες με πανεπιστημιακά τμήματα, δραματικές και μουσικές σχολές, παιδαγωγικά ιδρύματα και συναφείς επιστημονικούς φορείς της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Με αυτόν τον τρόπο θα δημιουργούν̂ταν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη νέων εκπαιδευτικών προσεγ̂γίσεων, την επιμόρφωση εξειδικευμένων εκπαιδευτών και τη σταδιακή διיαμόρφωση μιας επιστημονικής και επαγ̂γελματικής κοινότητας γύρω από το αν̂τικείμενο.

Επίλογος – Η Ανάγ̂κη Θεσμικής Αναγνώρισης της Ορθοφωνίας

Αξιότιμη κυρία Υπουργέ,

Πιστεύω ότι η ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών δεν αποτελεί μόνο μία ευκαιρία αναβάθμισης της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, προσφέρει και τη δυνατότητα να καλυφθούν ουσιיαστικά γνωστικά κενά που επί δεκαετίες παραμένουν εκτός οργανωμένης πανεπιστημιακής διδασκαλίας.

Η Ορθοφωνία, ως πεδίο που συνδέει την επιστήμη με την τέχνη, το σώμα με τη φωνή και τη γνώση με την εφαρμογή, αποτελεί ένα σημαν̂τικό γνωστικό αν̂τικείμενο με ευρύτατες εκπαιδευτικές, καλλιτεχνικές και κοινωνικές προεκτάσεις.

Η θεσμική της αναγνώριση θα συμβάλει όχι μόνο στην αναβάθμιση της θεατρικής και καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, αλλά και στη δημιουργία ενός ευρύτερου πεδίου επιστημονικής έρευνας και επαγ̂γελματικής κατάρτισης, με εφαρμογές σε όλους τους τομείς, όπου ο προφορικός λόγος και η φωνή αποτελούν βασικά εργαλεία επικοινωνίας.

Ιδιיαίτερα σημαν̂τική, όμως, θα είναι η συμβολή της στην ελληνική παιδεία. Η ορθή προφορά της Κοινής Νεοελληνικής, η καθαρή άρθρωση και η σωστή εκφορά του λόγου, αποτελούν στοιχεία που αξίζει να καλλιεργούν̂ται συστηματικά, ειδικά για μία γλώσσα με τόσο μακραίωνη ιστορία όπως η δική μας,  από τις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Η δημιουργία, επομένως, μιας πανεπιστημιακής έδρας Ορθοφωνίας δε θα εξυπηρετήσει μόνο τις ανάγ̂κες των Παραστατικών Τεχνών. Θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης εκπαιδευτικής πρωτοβουλίας, η οποία θα ξεκινά από την πανεπιστημιακή κατάρτιση των εκπαιδευτικών και θα φτάνει μέχρι τη σχολική αίθουσα, προσφέρον̂τας στις επόμενες γενιές ουσιיαστικότερη γλωσσική και προφορική παιδεία.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, θα ήθελα να ζητήσω:

•Την εξέταση της πρότασης για τη θεσμοθέτηση της Αγωγής του Προφορικού Λόγου και της Φωνής ως αυτοτελούς γνωστικού αν̂τικειμένου στην Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών

•Τη διיερεύνηση της δυνατότητας δημιουργίας έδρας Ορθοφωνίας ή αν̂τίστοιχης ακαδημαϊκής μονάδας, καθώς και εξειδικευμένου Εργαστηρίου με εκπαιδευτικό, ερευνητικό και εφαρμοσμένο έργο

•Την ενίσχυση των μαθημάτων Ορθοφωνίας στα προγράμματα σπουδών των δραματικών και μουσικών σπουδών

•Την καθιέρωση αυτοτελούς πανεπιστημιακού μαθήματος Ορθοφωνίας και ορθής Προφοράς της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας στα Παιδαγωγικά Τμήματα, με σκοπό την επαρκή κατάρτιση των μελλον̂τικών εκπαιδευτικών στην άρθρωση, τη φωνητική και την ορθή προφορά

•Τη διיερεύνηση της δυνατότητας εισαγωγής κατάλληλα διיαμορφωμένων μαθημάτων Ορθοφωνίας και ορθής προφοράς στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ώστε οι μαθητές να αποκτούν από μικρή ηλικία σωστές βάσεις στην προφορική χρήση της γλώσσας

•Την ανάπτυξη επιστημονικής και διδακτικής μεθοδολογίας για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και την παραγωγή ειδικά σχεδιיασμένου υποστηρικτικού υλικού για τη διδασκαλία της φωνητικής και της ορθής προφοράς της Κοινής Νεοελληνικής

Θα ήταν ιδιיαίτερη τιμή για εμένα να συμβάλω, με την επιστημονική μου κατάρτιση και την εξειδικευμένη μου γνώση, στην προσπάθεια θεσμικής ανάδειξης και ανάπτυξης της Ορθοφωνίας στην Ελλάδα.

Παραμένω στη διיάθεσή σας για την παρουσίαση της πρότασης και την αναλυτικότερη ανάπτυξη του αν̂τικειμένου, της δομής, της μεθοδολογίας και της ακαδημαϊκής του προοπτικής, είτε σε συνάν̂τηση μαζί σας, είτε με τους αρμόδιους συνεργάτες σας και υπηρεσιακούς παράγον̂τες του Υπουργείου, καθώς και με τους υπευθύνους για τον ακαδημαϊκό σχεδιיασμό της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών.

Σας ευχαριστώ θερμά για το χρόνο και την προσοχή σας και ευελπιστώ ότι η πρόταση αυτή θα τύχει της δέουσας εξέτασης.


Με εκτίμηση,


Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:

1. Υφυπουργό Παιδείας, κύριο Νικόλαο Παπαϊωάννου
2. Υφυπουργό Σύγχρονου Πολιτισμού, κύριο Ιάσονα Φωτήλα
3. Πρόεδρο Διοικούσας Επιτροπής ΑΣΠΤ – Διיευθύν̂τρια Σπουδών Δραματικής Σχολής Εθνικού Θεάτρου, κυρία Δηώ Καγ̂γελάρη

ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:  (ˆ)  το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

            (י)  η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά.




Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΩΣ ΤΑ ΣΥΜΦΩΝΙΚΑ ΣΥΜ̖ΠΛΕΜΑΤΑ [ΝΤΖ], [ΝΤΣ] ΚΑΙ [ΝΚ] ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ, ΜΕ ΤΟΝ ΠΛΕΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ, ΟΤΙ ΕN̖TΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ Η ΑΡΡΙΝΗ ΠΡΟΦΟΡΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΗ




ΤΑ ΔΙΨΗΦΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΔΕΝ ΑΦΟΡΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΕΝΑ ΦΘΟΓ̖ΓΟ, ΑΦΟΡΟΥΝ ΚΑΙ ΣΥΜ̖ΠΛΕΓΜΑΤΑ. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ ΝΑ ΜΟΝΟΦΘΟΓ̖ΓΙΖΟN̖TΑΙ

ΝΑ ΕΠΑΝΕΚΤΥΠΩΣΟΥΜΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΔΙἈΚΡΙΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΡΙΝΙΚΑ ΣΥΜ̖ΠΛΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΔΙἈΘΕΣΟΥΜΕ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΑ ΣΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ



Σύμφωνα με την παλιά σχολική Γραμματική, τα [ντζ], [ντσ] και [νκ] αποτελούν συμφωνικά συμ̂πλέγματα (δηλαδή ακολουθίες συμφώνων). Στην προκειμένη περίπτωση συνδυיασμούς του [ν] με άλλα σύμφωνα, οι οποίοι αφορούν λέξεις, όπως οι: αβάντζο, βελέντζα, γάντζος, λάντζα, μουντζούρης, μπαλαντζάρω, νεράντζι, παντζάρι, παντζούρι, ράντζο (πτυσσόμενο κρεβάτι) σκαντζόχοιρος, φραντζόλα, χαντζάρι, βίντσι, βιολοντσέλο, ίντσα, καντσονέτα, λιντσάρω, ράντσο (αγρόκτημα), γιάνκα, γκρανκάσα, ινκόγκνιτο, μπάνκα, τάνκερ, φλαμένκο κ.ά.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το [ν] δηλώνεται γραπτώς ώστε να υπάρχει ο φωνητικός διיαχωρισμός ανάμεσα στις λέξεις που πρέπει να προφερθεί -αφού η ρίζα τους το περιλαμβάνει- και σε αυτές που δεν πρέπει (π.χ.: γλειφιτζούρι, καβάτζα, μπατζάκι, πιτζάμα, φλιτζάνι, καρότσι, πετσέτα, ταράτσα κ.λπ.).

Στην Κοινή Νεοελληνική (δηλαδή στην πρότυπη μορφή γλώσσας), η απάλειψη του [ν] στις παραπάνω λέξεις, τόσο στο γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο, θεωρείται εσφαλμένη. Μάλιστα στο γραπτό λόγο λειτουργεί ως δείκτης, ώστε να γνωρίζουμε πώς προφέρον̂ται. Η παράλειψή του απαν̂τά μόνο σε διיαλέκτους, γλωσσικά ιδιώματα, μια λαϊκότερη μορφή γλώσσας ή κάποια κείμενα (ποιητική αδεία). [Στη σελ. 32 της Νεοελληνικής Γραμματικής του Μανόλη Τριαν̂ταφυλλίδη (ΟΕΣΒ 1941) και στον Ορθογραφικό της Οδηγό (σελ. 424 – παρ. 1096.7), υπάρχει σχετική αναφορά. Ομοίως και στην Αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής Γραμματικής (ΟΕΔΒ, Έκδοση 1η, 1976 – σελ. 15, 222)].

Σε αυτές τις πραγματώσεις ο ήχος του μορφώνεται με το πίσω τμήμα της γλώσσας· δηλαδή πρόκειται για το μαλακοϋπερωικό [ν] (αλλιώς άγμα – βλ.: Σημαν̂τική παράλειψη στο Διיεθνές Φωνητικό Αλφάβητο [ΔΦΑ] στην απόδοση των έρρινων δίψηφων συμφώνων της Κοινής Νεοελληνικής)].

Από τα παραπάνω συνάγον̂ται αβίαστα τα εξής:

1. Ο χαρακτηρισμός «έρρινα» και «άρρινα» δίφηφα σύμφωνα, εάν δε διיευκρινιστεί, γίνεται πολύ εύκολα παρερμηνεύσιμος. Δεν είναι τόσο απλό να αναφερόμαστε σε «απερρίνωση» ή «προερρίνωση» του δίψηφου συμφώνου. Αν̂τιλαμβάνομαι απόλυτα το γλωσσολογικό όρο· εν̂τούτοις χρειάζεται ιδιיαίτερη προσοχή στη χρήση του και την ερμηνεία,  γιατί η εν̂τύπωση που δημιουργείται στον κόσμο είναι άλλη και οδηγεί σε λανθασμένα συμ̂περάσματα: στην ανοχή να εκφέρει ο καθένας τις λέξεις όπως θέλει. Κάτι τέτοιο σε καμία περίπτωση δεν είναι απαγορευτικό, ωστόσο παρεκκλίνει σημαν̂τικά από τη γλωσσική και την ορθοφωνική νόρμα.

2. Τα δίψηφα σύμφωνα [γγ/γκ], [μπ] και [ντ] άλλοτε αφορούν ένα φθόγ̂γο ([g], [b], [d] – π.χ.: βαρυγκωμώ) και άλλοτε δύο (π.χ.: άγ̂κυρα). Στη δεύτερη περίπτωση αναφερόμαστε σε έρρινα συμφωνικά συμ̂πλέγματα (ή πιο απλά σε ρινικά συμ̂πλέγματα). Έχουμε δηλαδή συνδυיασμούς του [ν] ή του [μ] με άλλα σύμφωνα· και όχι απλώς ένα οπτικό σύμβολο το όποιο παριστάνει ή είναι συνυφασμένο με ένα φθόγ̂γο.  Κατά συνέπεια, ο μονοφθογ̂γισμός των δίψηφων συμφώνων εν̂τός της Κοινής Νεοελληνικής θεωρείται άτοπος (Η διיακύβευση δεν είναι η έρρινη προφορά, αλλά κάτι πολύ πιο σημαν̂τικό: η ορθή απόδοση χιλιάδων λέξεων της γλώσσας μας).

3. Το γεγονός ότι η φωνητική πραγμάτωση του αλλόφωνου [ν] γίνεται στη μαλακή υπερώα και όχι στο σκληρό ουρανίσκο, ό,τι δηλαδή συμβαίνει με τον κανονικό ήχο του [ν], δεν αναιρεί τη σημαν̂τικότητά του ώστε να παραλείπεται· ούτε συνεπάγεται ότι η φωνητική του αξία είναι μηδαμινή και για το λόγο αυτό η απάλειψή του ανάξια λόγου. Αρθρώνεται με το πίσω μέρος της γλώσσας ώστε το ακουστικό αποτέλεσμα  να είναι απαλό και όχι τραχύ· δηλαδή για λόγους ευ̂φωνίας.

4. Είναι οξύμωρο να μιλούμε για έρρινα δίψηφα σύμφωνα, αφού τόσο στην περίπτωση των [ντζ], [ντσ], [νκ] όσο και σε αυτήν των [γ̂γ/γ̂κ], [μ̂π], [ν̂τ], ουσιיαστικά πρόκειται για το ίδιο [ν]. Επειδή στο γραπτό λόγο τα δεύτερα δηλώνον̂ται με τα γραφήματα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] δε σημαίνει ότι παριστάνουν πάν̂τοτε τους φθόγ̂γους [g], [b], [d]. Εδώ οφείλεται η φωνητική σύγχυση:

Τα συμφωνικά συμ̂πλέγματα δε μονοφθογ̂γίζον̂ται (!) Επομένως, το σωστό είναι να αναφερόμαστε σε έρρινα συμ̂πλέγματα και όχι σε έρρινα δίψηφα· ασχέτως εάν τα γραφήματά τους ονομάζον̂ται δίψηφα σύμφωνα.  Απλώς, στην περίπτωση των [ντζ], [ντσ], [νκ] το [ν] δηλώνεται γραπτώς, ενώ σε αυτήν των [γ̂γ/γ̂κ], [μ̂π], [ν̂τ], τα [ν], [μ] δε δηλώνον̂ται. (Υπενθυμίζω για το [μ̂π] ότι στον ήχο του [μ] ενυπάρχει αυτός του μαλακοϋπερωικού [ν]: [ν+μ]+π ⇒ ɱb. Με άλλα λόγια έχουμε διττή συνήχηση, με εν̂τονότερη αυτήν του [μ]).

5. Εφόσον η Γραμματική της Νεοελληνικής αναφέρει ρητώς ότι η παράλειψη του [ν] στην περίπτωση των [ντζ], [ντσ], [νκ] θεωρείται λάθος, το ίδιο ισχύει και για την ηχητική απάλειψη του [ν] σε αυτές των δίψηφων [γ̂γ/γ̂κ], [μ̂π] και [ν̂τ]. Πόσω μάλλον όταν οι αποδόσεις αφορούν λέξεις της γλώσσας μας.

6. Κανένα [ντζ], [ντσ] ή [νκ] δε φωνείται χωριστά: οι φθόγ̂γοι συμ̂προφέρον̂ται· εξ ου και η τροπή του φατνιακού [ν] στο αλλόφωνό του μαλακοϋπερωικό [ŋ]. Δεν μπορούμε στη μία περίπτωση να κάνουμε λόγο για συμφωνικά συμ̂πλέγματα και στην άλλη για έρρινα δίψηφα. Διיαφορετικά και στην περίπτωση των [τζ], [τσ] θα πρέπει να μιλούμε για έρρινα και άρρινα δίψηφα. Όμως τότε τι γίνεται με την περίπτωση του [νκ]; Έχουμε έρρινο και άρρινο [κ] (ή [γκ]); π.χ.: μπάνκα – μπάκα ή μπάgα; Ποιος από εμάς λέει τα τελευταία; [μπάŋκα (ορθή προφορά) ή μπάŋgα (λαϊκότερος τύπος)] εκφέρουμε όλοι. 

7. Φρον̂τίσαμε για την ορθή προφορά των συγ̂κεκριμένων δάνειων προς τη γλώσσα μας λέξεων (από τις προαναφερθείσες ο σκαντζόχοιρος είναι γηγενής λέξη και ο γάντζος αν̂τιδάνειο) και για τη σωστή εκφορά χιλιάδων δικών μας αφήσαμε να περάσει ο καιρός και δεν κάναμε τίποτα (Λατίνοι συγ̂γραφείς επιβεβαιώνουν τον Ίωνα για το άγμα, επισημαίνον̂τάς μας τον τρόπο, αν θέλουμε να μιλούμε σωστά).

8. Το [ν] των συμ̂πλεγμάτων [ντζ], [ντσ], [νκ] περιλαμβάνεται στη ρίζα των λέξεων οι οποίες δηλώνον̂ται. Τα [ν], [μ] των συμφωνικών συμ̂πλεγμάτων [γ̂γ/γ̂κ], [γ̂κλ], [γ̂γρ/γ̂κρ], [γ̂κτ], [μ̂π], [μ̂πλ], [μ̂πν], [μ̂πρ], [ν̂τ], [ν̂τλ], [ν̂τμ], [ν̂τρ], τα οποία αφορούν χιλιάδες λέξεις της γλώσσας μας, δεν περιλαμβάνον̂ται στη ρίζα τους;

9. Η γραπτή απόδοση του [ν] πριν από τα [τζ], [τσ] και [κ] επιβάλλει πάραυτα την αν̂τίστοιχη διיάκριση των δίψηφων [γγ/γκ], [μπ], [ντ], προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα ρινικά συμ̂πλέγματα από τα εν λόγω δίψηφα και τους φθόγ̂γους τους ([g], [b] και [d]).

Θα μπορούσαμε κάλλιστα να επανεκτυπώσουμε τα σχολικά βιβλία του Δημοτικού με τη χρήση διיακριτικών για τα ρινικά συμ̂πλέγματα και να τα διיαθέσουμε δοκιμαστικά στα Πειραματικά και τα Καλλιτεχνικά Σχολεία, ώστε να αξιολογήσουμε τα αποτελέσματα της προσπάθειας εκμάθησης της ορθής προφοράς.


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:  (ˆ)  το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

    (¨) ή (י)  η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

ΛΑΤΙΝΟΙ ΣΥΓ̖ΓΡΑΦΕΙΣ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΙΩΝΑ ΤΟ ΧΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΜΑ, ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΟN̖TΑΣ ΜΑΣ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ, ΑΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΜΙΛΟΥΜΕ ΣΩΣΤΑ




ΟΙ ΛΑΤΙΝΟΙ ΑΠΟΔΕΙΧΘΗΚΑΝ ΣΟΦΟΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΗΤΙΚΟΤΕΡΟΙ ΗΜΩΝ, ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΩΣΕ. ΕΜΕΙΣ ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΗΣ ΕΚΦΟΡΑΣ; ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΑΡΡΙΝΗ ΠΡΟΦΟΡΑ, ΟΤΑΝ Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΠΛΗΘΟΣ ΛΕΞΕΩΝ ΣΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ; ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΝΑ ΤΙΣ ΠΡΟΦΕΡΟΥΝ ΣΩΣΤΑ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΑ; ΕN̖TΕΛΕΙ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ, ΑΥΤΟΑΚΥΡΩΝΟΜΑΣΤΕ;!...



Ο Πόπλιος Νιγίδιος Φίγουλος (Publius Nigidius Figulus), ένας από τους πιο σημαν̂τικούς Ρωμαίους λόγιους, φιλοσόφους και γραμματικούς του 1ου αιώνα π.Χ, επιβεβαιώνει τους Βάρρωνα, Άκκιο και Πρισκιανό και την αναφορά τους στον Ίωνα το Χίο, όσον αφορά το άγμα και την ιστορική του ύπαρξη (βλ. σχετικό άρθρο: Άγμα - Το εικοστό πέμיπτο γράμμα του Αλφαβήτου μας, μια κραυγή αγωνίας για τη Γλώσσα).

Στο έργο του Γραμματικά Υπομνήματα (Commentarii Grammatici), ο Νιγίδιος αναλύει τη φύση του στη Λατινική γλώσσα.  Όπως διיασώζει ο μεταγενέστερος συγ̂γραφέας, λόγιος και γραμματικός Αύλος Γέλλιος (Aulus Gellius) στις Αττικές Νύχτες (Noctes Atticae, Βιβλίο 19 - Κεφάλαιο 14 - Παράγραφος 7), ο Νιγίδιος είχε αναφέρει ότι σε λέξεις όπως οι anguis, ancora και ingenuus, το [N] δεν προφέρεται με το συνηθισμένο του τρόπο. Αν̂τίθετα, αποκτά μιαν άλλη φωνητική αξία την οποία αποκαλεί «νόθο Ν» (adulterinum [Ν]), επειδή η γλώσσα δεν αγ̂γίζει τα δόν̂τια αλλά το πίσω μέρος του ουρανίσκου (μαλακή υπερώα), λόγω των συμφώνων που ακολουθούν.

Παραθέτω το πρωτότυπο κείμενο και την πηγή:

«Inter litteram ''n'' et ''g'' est alia vis, ut in nomine ''anguis'' et ''angari'' et ''ancorae'' et ''increpat'' et ''incurrit'' et ''ingenuus''. In omnibus enim his non uerum ''n'', sed adulterinum ponitur. Nam ''n'' non esse lingua indicio est; nam si ea littera esset, lingua palatum tangeret» (https://sartrix.miraheze.org/wiki/Agma — 3η παραπομ̂πή - υποσημείωση).

Δηλαδή: «Ανάμεσα στο γράμμα [Ν] και το [g] υπάρχει ένας άλλος ήχος, όπως στις λέξεις anguis (φίδι), angari (αγ̂γελιαφόροι), ancorae (άγ̂κυρες), increpat (επιπλήττει), incurrit (επιτίθεμαι) και ingenuus (ευγενής). Διיότι σε όλες αυτές τις λέξεις δεν τοποθετείται το πραγματικό [N], αλλά ένα νόθο (παραλλαγμένο). Απόδειξη ότι δεν πρόκειται για το κανονικό [N], είναι η γλώσσα· γιατί αν ήταν αυτό το γράμμα, η γλώσσα θα άγ̂γιζε τον (σκληρό) ουρανίσκο».

Παρακάτω, στην ίδια πηγή, ο Γάιος Μάριος Βικτωρίνος (Gaius Marius Victorinus), σπουδαίος Ρωμαίος γραμματικός, ρήτορας, φιλόσοφος και θεολόγος, στο έργο του Γραμματική Τέχνη (Ars Grammatica, Βιβλίο 1 - Περί Ορθογραφίας), αιτιολογεί γιατί τελικά οι Λατίνοι ορθώς επέλεξαν το [Ν] στο γραπτό λόγο για να δηλώσουν το άγμα, αν̂τί του [g] το οποίο αν̂τιστοιχεί στο [γ] και θα τους δημιουργούσε σύγχυση (αιώνες τώρα ταλανιζόμαστε με τη φωνητική διμορφία του [γ], με συνέπεια το σημερινό χάος στην προφορά) και στη συνέχεια δικαιώνει τη θέση μου ότι πριν από το δίψηφο [μπ] έχουμε διττή συνήχηση: τόσο του μαλοκοϋπερωικού [ν] όσο και του [μ], με εν̂τονότερη αυτή του [μ]· δηλαδή το χειλοδον̂τικό [ɱ] (ŋ+μ) και όχι απλώς συνήχηση του δεύτερου (θέση η οποία διיατυπώνεται και στα δύο συγ̂γραφικά μου έργα «Αγωγή Προφορικού Λόγου - Η Προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας», «Λεξικό Προφοράς της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας», καθώς και σε παλαιότερο άρθρο του ιστολογίου: Σημαν̂τική παράλειψη στο Διיεθνές Φωνητικό Αλφάβητο [ΔΦΑ] στην απόδοση των έρρινων δίψηφων συμφώνων της Κοινής Νεοελληνικής).

Πιο συγ̂κεκριμένα, αναφέρει: «Σχεδόν όλοι οι διיακεκριμένοι μελετητές που έχουν γράψει για την ορθογραφία επισημαίνουν ότι, τόσο στη δική μας γλώσσα όσο και στα Eλληνικά, απουσιיάζει ένας ήχος ενδιיάμεσος (vox media) των γραμμάτων [Ν] και [Μ]·  ήχος που δε διיαφέρει ουσιיαστικά από κανένα από τα δύο, αλλά και δεν αποδίδει σωστά κανένα τους. Λείπει και από εμάς και από τους Έλληνες. Όταν γράφουν Sambyx (< ελλην. Σάμβυξ > σαμβύκη, εξ ου και σαμ̂πούκα - έγχορδο μουσικό όργανο, διיάσημο ιταλικό λικέρ), δεν αποδίδουν ούτε το [Ν] ούτε το [Μ]. Ωστόσο, η ασάφεια αυτή εν̂τοπίζεται ίσως και σε λέξεις όπως οι ampelo (< ελλην. άμ̂πελος) και Lycambe (< ελλην. Λυκάμβης)».

Και καταλήγει: «Οι λέξεις anceps (δικέφαλος, διφορούμενος), ancilla (υπηρέτρια), Angitia (όνομα θεότητας), angustum (στενό), anquirit (άγ̂κυρες) γράφον̂ται με το γράμμα [Ν], αν και παλαιότερα συνηθιζόταν να γράφον̂ται με [g], κατά τα ελληνικά πρότυπα. Πρέπει να προσθέσω ότι, όπως ακριβώς λείπει ένα ιδιיαίτερο γράμμα για τον ήχο που μορφώνεται ανάμεσα στα γράμματα [Ν] και [Μ] -τόσο στους Έλληνες όσο και σε εμάς- έτσι λείπει και το αν̂τίστοιχο γράμμα για τον ήχο ανάμεσα στα [Ν] και [g]. Πράγματι, είτε οι Έλληνες γράφουν λέξεις όπως ''άγ̂γελον'', ''αγ̂κάλην'' και παρόμοιες με [ν], είτε με [γ], δεν προφέρουν καθαρά κανένα από τα δύο γράμματα. Ούτε εμείς, όταν γράφουμε τις προαναφερθείσες λέξεις με [Ν] ή με [g] προφέρουμε κανονικά το [N] ή το [g] στο λόγο μας (είναι δηλαδή ήχος ρινικός όπως το [Ν], αλλά μαλακοϋπερωικός όπως το [g]). Επειδή λοιπόν αυτός ο ήχος απουσιיάζει από το Αλφάβητό μας και το [Ν] είναι πιο οικείο στο αφτί μας από το [g], γράφουμε τις λέξεις anceps, ancilla, angustum, anquirit, ancora και τις παρόμοιες, με [N] αν̂τί για [g]. Αν̂τίθετα, χρησιμοποιούμε διπλό [g], όταν το αφτί μας απαιτεί τον ήχο δύο [g] (αυτό που εμείς ονομάζουμε μονοφθογ̂γισμό του δίψηφου συμφώνου - ατόφιο [γκ]), όπως στις λέξεις aggerem (ανάχωμα), suggillat (προσβάλλει), suggerendum (προτεινόμενο), suggestum (βήμα, εξέδρα) και άλλες παρόμοιες» [ό,τι δηλαδή πάθαμε εμείς σήμερα με τα δίψηφα: αν̂τί να πούμε φεγ̂γάρι (ορθή απόδοση), λέμε φεgάρι (εσφαλμένη)].

Τι σημαίνει αυτό: ότι οι Λατίνοι παρόλο που ήδη γνώριζαν πως το πρώτο [γ] στη γλώσσα μας αφορά το άγμα (μαλακοϋπεωρικό Ν) και το δεύτερο τον ήχο [g] (οι πρόγονοί μας πρόφεραν το [γ] ως [g], δηλαδή ο ήχος στην Αρχαία Ελληνική ήταν ηχηρός-συγ̂κοπτόμενος και όχι τριβόμενος-εξακολουθητικός, όπως είναι σήμερα), για να αποφευχθεί η σύγχυση στην προφορά, όχι απλώς επέλεξαν να γράφουν το [Ν] πριν από το [g], αλλά και στις λέξεις όπου πρέπει να προφέρουν μόνο το [g], πρόσθεσαν ένα επιπλέον [g], ώστε η διיαφορά να είναι διיακριτή.

Τελικά οι Λατίνοι αποδείχθηκαν σοφότεροι και προνοητικότεροι ημών: όχι απλώς διיέσωσαν την ορθή προφορά, αλλά και τη  διיέδωσαν στον υπόλοιπο κόσμο.

Ο γλωσσολογικός ισχυρισμός περί έρρινης και άρρινης προφοράς εν̂τός της Κοινής Νεοελληνικής (δηλαδή στην πρότυπη μορφή γλώσσας και όχι στα γλωσσικά ιδιώματα ή τις διיαλέκτους), είναι ανυπόστατος. Θα κάναμε ποτέ κουβέν̂τα στον Άγ̂γλο, το Γάλλο ή το Γερμανό για άρρινη εκφορά στη λέξη «άγ̂γελος»; Αν δηλώνον̂ταν στο γραπτό μας λόγο το άγμα και το αλλόφωνο [μ] με κάποιο ιδιיαίτερο γράμμα ή διיακριτικό σημείο, θα γινόταν σήμερα λόγος περί «άρρινης ή έρρινης προφοράς»;! Στο μέσον των γηγενών λέξεων το [γ] ποιον ήχο δηλώνει πριν από άλλο ουρανικό σύμφωνο ή πριν από το [ξ]; Δεν αφορά το μαλακοϋπερωικό [ν];

Εν̂τελώς αβάσιμη είναι και η άποψη περί μη αν̂τιληπτής φωνολογικής διיαφοράς και για το λόγο αυτό η παράλειψη των [ν] και [μ] θέμα ήσσονος (;) σημασίας.

Ανάμεσα στο angel και το agel, το angelo και το agelo ή το symbol και το sybol, το simbolo και το sibolo υπάρχει διיακριτή διיαφορά: όχι μόνον ηχητική αλλά και σημασιολογική· τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με το να πει κανείς «ελέξιμος» αν̂τί του «ελέγξιμος», «αχόνη» αν̂τί του «αγχόνη», «σύβολο» αν̂τί του «σύμβολο» ή «eglish» αν̂τί του «english» (Just close your eyes and think England without the [N] sounds). Πώς γίνεται άλλωστε, όταν κάποιος προφέρει ορθά τις λέξεις, πολλοί να νομίζουν ότι προέρχεται απ’ την Κύπρο; Άρα η διיαφορά ανάμεσα στην εκφορά των αλλόφωνων [ν], [μ] και στη σίγησή τους είναι εμφανής.

Η αναγνώριση της άρρινης προφοράς είναι ανακόλουθη: τόσο της ετυμολογίας των λέξεων όσο και της χρήσης τους σε άλλες γλώσσες (Οι δάνειες λέξεις της γλώσσας μας στην Αγ̂γλική, αδιיάψευστος μάρτυρας των ευ̂φωνικών συνηχήσεων στην Κοινή Νεοελληνική), με συνέπεια τις παραφθαρμένες και κακόηχες αποδόσεις.

Μην προσπαθούμε να βρούμε βάσιμες δικαιολογίες για να υποβαθμίσουμε το ζήτημα. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, πρόκειται για τη γλώσσα μας. Τα δίψηφα σύμφωνα στην προκειμένη περίπτωση δηλώνουν συμφωνικά συμ̂πλέγματα· αφορούν δηλαδή δύο ή περισσότερους φθόγ̂γους και όχι έναν (Η διיακύβευση δεν είναι η έρρινη προφορά, αλλά κάτι πολύ πιο σημαν̂τικό: η ορθή απόδοση χιλιάδων λέξεων της γλώσσας μας).

Λ.χ.: η λέξη άνδρας απαρτίζεται από 6 φθόγ̂γους: [α] [ν] [δ] [ρ] [α] [ς]. Επομένως δεν μπορεί ο δημώδης τύπος να περιλαμβάνει 5:  [α] [ντ] [ρ] [α] [ς] (όπου [ντ]: [d]). Η αποδοχή της απάλειψης του [ν] αυτομάτως σηματοδοτεί και αυτήν του λόγιου τύπου (άdρας ⇆ άδρας), προκειμένου οι τύποι να είναι φωνητικά ισοδύναμοι (βλ. σχετικό άρθρο: Τελικά, πόσο ορθά και ωραία μιλούμε τη γλώσσα μας;).

Δεν μπορούμε να λέμε βεντέτα [d] (ντίβα) και να εννούμε τη βεν̂τέτα [ŋd] (αν̂τεκδίκηση)· ή καμπάνα [b] (μπανγκαλόου) και να αναφερόμαστε στην καμ̂πάνα [ɱb] (σήμαν̂τρο - τιμωρία), χωρίς κανείς να καταλαβαίνει τη διיαφορά.

Είναι δυνατόν να αναφερόμαστε σε άρρινη προφορά, όταν η γλώσσα μας έχει προσφέρει ένα τεράστιο πλήθος λέξεων στις άλλες γλώσσες; Είναι δυνατόν οι ξένοι να τις προφέρουν σωστά και εμείς λανθασμένα; Εν̂τέλει τι κάνουμε, αυτοακυρωνόμαστε;!...

Ο μονοφθογ̂γισμός των δίψηφων συμφώνων δεν έχει ως συνέπεια απλώς την εσφαλμένη και κακόηχη απόδοση· οδηγεί και στην απαξίωση την ίδιας της γλώσσας, αφού βάλλεται το κύρος και η μορφολογική της υπόσταση.

Το πρόβλημα οφείλεται:

1. στην αδυναμία πλέον του Αλφαβήτου μας να διיακρίνει τα μονόφθογ̂γα από τα δίφθογ̂γα δίψηφα σύμφωνα -ή ορθότερα συμφωνικά συμ̂πλέγματα- γιατί περί τέτοιων πρόκειται

2. στη σύγχυση ή τη λανθασμένη αν̂τίληψη που επικρατεί όσον αφορά την απόδοση των δίψηφων συμφώνων

3. στην άγνοια, ελλείψει διδασκαλίας των κανόνων προφοράς

4. στην αδράνεια - αδιיαφορία της Πολιτείας, είτε στο να μεριμνήσει για το μάθημα της Ορθοφωνίας στην Εκπαίδευση (Πανεπιστήμια - Παιδαγωγικές Σχολές - Σχολεία), είτε να επιλύσει το πρόβλημα μέσω γλωσσικής μεταρρύθμισης

Το άγμα είναι η επίσημη ονομασία η οποία δόθηκε από τους προγόνους μας για το μαλακοϋπερωικό ρινικό σύμφωνο Ν (στη Γλωσσολογία συμβολίζεται με το αλλόφωνο [ŋ]), το οποίο στο γραπτό λόγο δηλώνεται (;) -διיατηρώ έν̂τονη επιφύλαξη αφού διיόλου δε διδάσκεται- άλλοτε με το [γ] (έρρινο είναι το [γ] πριν από άλλο ουρανικό σύμφωνο, δηλαδή πριν από το ίδιο το [γ], το [κ] και το [χ], ή το διπλό [ξ]) [π.χ.: φεγγάρι (γραφή) → φεγ̂γάρι (προφορά)] και άλλοτε με το ίδιο το [ν] [π.χ.: πέντε (γραφή) → πέν̂τε (προφορά)].

Το 1941, με την έκδοση της Νεοελληνικής  Γραμματικής, ο Μανόλης Τριαν̂ταφυλλίδης θέλον̂τας -μεταξύ άλλων- να αποδώσει τη ζων̂τανή ομιλία και την προφορά της Δημοτικής, προχώρησε σε γλωσσική μεταρρύθμιση αναγνωρίζον̂τας και συμ̂περιλαμβάνον̂τας τη φωνητική ορθογραφία των [ντρ] και [μπρ] για δημώδεις τύπους, όπως οι: άν̂τρας, δέν̂τρο, παν̂τρεύομαι, χον̂τρός, γαμ̂πρός κ.ά.

Ο λόγος που συνέβη αυτό ήταν ότι από τους ελληνιστικούς χρόνους η προφορά των [β] και [δ], η οποία αν̂τιστοιχούσε στον ήχο του [b] και του [d] είχε αρχίσει να αλλάζει, με συνέπεια τα εν λόγω γράμματα να μην αποδίδουν πλέον τους αρχικούς φθόγ̂γους. Έτσι προέκυψαν οι συγ̂κεκριμένες διτυπίες στη γλώσσα μας, με τα [νδρ] και [μβρ] να αφορούν τους λόγιους τύπους και την ιστορική ορθογραφία και τα [ντρ], [μπρ] τους δημώδεις οι οποίοι είναι σύμφωνοι προς την αρχαία ελληνική προφορά των [β] και [δ]. Πού να φαν̂ταζόταν ότι σε λιγότερο από 85 χρόνια τα [μπ] και [ντ]  -ελλείψει διδασκαλίας των κανόνων προφοράς και επομένως φωνητικής σύγχυσης- θα μονοφθογ̂γίζον̂ταν και τελικά θα ταυτίζον̂ταν με τους ήχους [b] και [d]. Κάτι ανάλογο συνέβη και με τα [γγ/γκ].

Στην εισήγησή μου για τη συμ̂πλήρωση του Αλφαβήτου μας με τους ελλείπον̂τες φθόγ̂γους και τη χρήση των διיακριτικών [ˆ], [¨] ή [י] στο γραπτό λόγο για την αποσαφήνιση των δίψηφων συμφώνων και την ορθή προφορά, μετά την αλφαβητική του κατάταξη, το άγμα το ονομάζω άλλοτε γνίγμα (αλλιώς γνι) και άλλοτε νίγμα, ανάλογα με το ποιο σύμφωνο ακολουθεί ([γ] ή [κ] για το πρώτο, [τ] για το δεύτερο). Ωστόσο η φωνητική του αξία παραμένει η ίδια· αλλάζει απλώς το όνομα για την έν̂ταξή του στο Αλφάβητο και την κατανόηση της χρήσης.


Γιατί δε βάζουμε ένα διיακριτικό πάνω από το [γ], το [ν] και το [μ] μέσα στη λέξη, όπου χρειάζεται, το οποίο να σηματοδοτεί την εκφορά του [ν] ή του [μ], ώστε το ζήτημα να λυθεί οριστικά;

– Καλή σχολική χρονιά!

ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:  (ˆ)  το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

    (¨) ή (י)  η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά.