ΤΟ ΕΠΡΑΞΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΠΡΙΝ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΩΣΕ. ΕΜΕΙΣ ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΗΣ ΕΚΦΟΡΑΣ;
Ο Πόπλιος Νιγίδιος Φίγουλος (Publius Nigidius Figulus), ένας από τους πιο σημαν̂τικούς Ρωμαίους λόγιους, φιλοσόφους και γραμματικούς του 1ου αιώνα π.Χ, επιβεβαιώνει τους Βάρρωνα, Άκκιο και Πρισκιανό και την αναφορά τους στον Ίωνα το Χίο, όσον αφορά το άγμα και την ιστορική του ύπαρξη (βλ. σχετικό άρθρο: Άγμα - Το εικοστό πέμיπτο γράμμα του Αλφαβήτου μας, μια κραυγή αγωνίας για τη Γλώσσα).
Στο έργο του Commentarii Grammatici (Γραμματικά Υπομνήματα), ο Νιγίδιος αναλύει τη φύση του στη Λατινική γλώσσα. Όπως διיασώζει ο μεταγενέστερος συγ̂γραφέας, λόγιος και γραμματικός Αύλος Γέλλιος (Aulus Gellius) στο έργο του Αττικές Νύχτες (Noctes Atticae, Βιβλίο 19 - Κεφάλαιο 14 - Παράγραφος 7), ο Νιγίδιος είχε αναφέρει ότι σε λέξεις όπως οι anguis, ancora και ingenuus, το [N] δεν προφέρεται με το συνηθισμένο του τρόπο. Αν̂τίθετα, αποκτά μιαν άλλη φωνητική αξία την οποία αποκαλεί «νόθο Ν» (adulterinum [Ν]), επειδή η γλώσσα δεν αγ̂γίζει τα δόν̂τια αλλά το πίσω μέρος του ουρανίσκου (μαλακή υπερώα), λόγω των συμφώνων που ακολουθούν.
Παραθέτω το πρωτότυπο κείμενο και την πηγή:
«Inter litteram ''n'' et ''g'' est alia vis, ut in nomine ''anguis'' et ''angari'' et ''ancorae'' et ''increpat'' et ''incurrit'' et ''ingenuus''. In omnibus enim his non uerum ''n'', sed adulterinum ponitur. Nam ''n'' non esse lingua indicio est; nam si ea littera esset, lingua palatum tangeret» (https://sartrix.miraheze.org/wiki/Agma — 3η παραπομ̂πή - υποσημείωση).
Δηλαδή: «Ανάμεσα στο γράμμα [Ν] και το [g] υπάρχει ένας άλλος ήχος, όπως στις λέξεις anguis (φίδι), angari (αγ̂γελιαφόροι), ancorae (άγ̂κυρες), increpat (επιπλήττει), incurrit (επιτίθεμαι) και ingenuus (ευγενής). Διיότι σε όλες αυτές τις λέξεις δεν τοποθετείται το πραγματικό [N], αλλά ένα νόθο (παραλλαγμένο). Απόδειξη ότι δεν πρόκειται για το κανονικό [N], είναι η γλώσσα· γιατί αν ήταν αυτό το γράμμα, η γλώσσα θα άγ̂γιζε τον (σκληρό) ουρανίσκο».
Παρακάτω, στην ίδια πηγή, ο Γάιος Μάριος Βικτωρίνος (Gaius Marius Victorinus) σπουδαίος Ρωμαίος γραμματικός, ρήτορας, φιλόσοφος και θεολόγος, αιτιολογεί γιατί τελικά οι Λατίνοι ορθώς επέλεξαν το [Ν] στο γραπτό λόγο για να δηλώσουν το άγμα, αν̂τί του [g] το οποίο αν̂τιστοιχεί στο [γ] και θα τους δημιουργούσε σύγχυση (αιώνες τώρα ταλανιζόμαστε με τη φωνητική διμορφία του [γ], με συνέπεια το σημερινό χάος στην προφορά) και στη συνέχεια δικαιώνει τη θέση μου ότι πριν από το δίψηφο [μπ] έχουμε διττή συνήχηση: τόσο του μαλοκοϋπερωικού [ν] όσο και του [μ], με εν̂τονότερη αυτή του [μ]· δηλαδή το χειλοδον̂τικό [ɱ] (ŋ+μ) και όχι απλώς συνήχηση του δεύτερου (άποψη η οποία διיατυπώνεται και στα δύο συγ̂γραφικά μου έργα «Αγωγή Προφορικού Λόγου - Η Προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας», «Λεξικό Προφοράς της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας», καθώς και σε παλαιότερο άρθρο του ιστολογίου: Σημαν̂τική παράλειψη στο Διיεθνές Φωνητικό Αλφάβητο [ΔΦΑ] στην απόδοση των έρρινων δίψηφων συμφώνων της Κοινής Νεοελληνικής).
Πιο συγ̂κεριμένα, αναφέρει: «Σχεδόν όλοι οι διיακεκριμένοι μελετητές που έχουν γράψει για την ορθογραφία επισημαίνουν ότι, τόσο στη δική μας γλώσσα όσο και στα Eλληνικά, απουσιיάζει ένας ήχος ενδιיάμεσος των γραμμάτων [Ν] και [Μ]· ήχος που δε διיαφέρει ουσιיαστικά από κανένα από τα δύο, αλλά και δεν αποδίδει σωστά κανένα τους. Λείπει και από εμάς και από τους Έλληνες. Όταν γράφουν Sambyx (< ελλην. Σάμβυξ, εξ ου και σαμ̂πούκα - έγχορδο μουσικό όργανο, διיάσημο ιταλικό λικέρ), δεν αποδίδουν ούτε το [Ν] ούτε το [Μ]. Ωστόσο, η ασάφεια αυτή εν̂τοπίζεται ίσως και σε λέξεις όπως οι ampelo (< ελλην. άμ̂πελος) και Lycambe (< ελλην. Λυκάμβης)».
Και καταλήγει: «Οι λέξεις ''anceps'' (δικέφαλος, διφορούμενος), ''ancilla'' (υπηρέτρια), ''Angitia'' (όνομα θεότητας), ''angustum'' (στενό), ''anquirit'' (άγ̂κυρες) γράφον̂ται με το γράμμα [Ν], αν και παλαιότερα συνηθιζόταν να γράφον̂ται με [g], κατά τα ελληνικά πρότυπα. Πρέπει να προσθέσω ότι, όπως ακριβώς λείπει ένα ιδιיαίτερο γράμμα για τον ήχο που μορφώνεται ανάμεσα στα γράμματα [Ν] και [Μ] -τόσο στους Έλληνες όσο και σε εμάς- έτσι λείπει και το αν̂τίστοιχο γράμμα για τον ήχο ανάμεσα στα [Ν] και [g]. Πράγματι, είτε οι Έλληνες γράφουν λέξεις όπως ''άγ̂γελον'', ''αγ̂κάλην'' και παρόμοιες με [ν], είτε με [γ], δεν προφέρουν καθαρά κανένα από τα δύο γράμματα. Ούτε εμείς, όταν γράφουμε τις προαναφερθείσες λέξεις με [Ν] ή με [g] προφέρουμε σωστά το [N] ή το [g] στο λόγο μας. Επειδή λοιπόν αυτός ο ήχος απουσιיάζει από το Αλφάβητό μας και το [Ν] είναι πιο οικείο στο αφτί μας από το [g], γράφουμε τις λέξεις ''anceps'', ''ancilla'', ''angustum'', ''anquirit'', ''ancora'' και τις παρόμοιες, με [N] αν̂τί για [g]. Αν̂τίθετα, χρησιμοποιούμε διπλό [g], όταν το αφτί μας απαιτεί τον ήχο δύο [g] (αυτό που εμείς ονομάζουμε μονοφθογ̂γισμό του δίψηφου συμφώνου), όπως στις λέξεις ''aggerem'' (ανάχωμα), ''suggillat'' (προσβάλλει), ''suggerendum'' (προτεινόμενο), ''suggestum'' (βήμα, εξέδρα) και άλλες παρόμοιες» [ό,τι δηλαδή πάθαμε εμείς σήμερα με τα δίψηφα: αν̂τί να πούμε φεγ̂γάρι (ορθή απόδοση), λέμε φεgάρι (εσφαλμένη)].
Τελικά οι Λατίνοι αποδείχθηκαν σοφότεροι και προνοητικότεροι ημών.
Το άγμα είναι η επίσημη ονομασία η οποία δόθηκε από τους προγόνους μας για το μαλακοϋπερωικό ρινικό σύμφωνο Ν (στη Γλωσσολογία συμβολίζεται με το αλλόφωνο [ŋ]), το οποίο στο γραπτό μας λόγο δηλώνεται (;) -διיατηρώ έν̂τονη επιφύλαξη αφού διיόλου δε διδάσκεται- άλλοτε με το [γ] (έρρινο είναι το [γ] πριν από άλλο ουρανικό σύμφωνο, δηλαδή πριν από το ίδιο το [γ], το [κ] και το [χ], ή το διπλό [ξ]) [π.χ.: φεγγάρι (γραφή) → φεγ̂γάρι (προφορά)] και άλλοτε με το ίδιο το [ν] [π.χ.: πέντε (γραφή) → πέν̂τε (προφορά)].
Στην εισήγησή μου για τη συμ̂πλήρωση του Αλφαβήτου μας με τους ελλείπον̂τες φθόγ̂γους και τη χρήση του διיακριτικού (ˆ) στο γραπτό λόγο για την αποσαφήνιση των δίψηφων συμφώνων και την ορθή προφορά, μετά την αλφαβητική του κατάταξη, το άγμα το ονομάζω άλλοτε γνίγμα (αλλιώς γνι) και άλλοτε νίγμα, ανάλογα με το ποιο σύμφωνο ακολουθεί ([γ] ή [κ] για το πρώτο, [τ] για το δεύτερο). Ωστόσο η φωνητική του αξία παραμένει η ίδια· αλλάζει απλώς το όνομα για την έν̂ταξή του στο Αλφάβητο και την κατανόηση της χρήσης.
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:
Όπου: (ˆ) το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.
(¨) ή (י) η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά.















.jpg)




