Ένρινον είναι και το [γ], όταν ευρίσκεται προ των ουρανικών [κ], [γ], [χ] ή προ του [ξ]: άγκυρα, αγγείον, άγχω, άγξω (Αχιλλέας Τζάρτζανος) ▪ Συλλογιστείτε πώς προφέρεται το πρώτο [γ] στις λόγιες <παγγερμανισμός>, <παγγνωσία> ή <συγγνωστός>, στις οποίες, κατ’ εξαίρεση, δεν έχουμε τροπή του δεύτερου συμφώνου ▪ Αρκετές φορές, τα [μπ] και [ντ] μέσα στη λέξη είναι οι άλλες μορφές των [μβ] και [νδ]: κόμβος → κόμ̂πος, ένδεκα → έν̂τεκα ▪ Αυτό που ουσιיαστικά τρέπεται είναι το δεύτερο σύμφωνο ▪ Όταν γράφω και τα δίψηφα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] αφορούν δύο φθόγ̂γους, προσθέτω ένα διיακριτικό ώστε να αναγνωρίζουν απαξάπαν̂τες πώς προφέρον̂ται ▪ Μάθαμε να ορθογραφούμε αλλά όχι να ορθοφωνούμε ▪ Εάν δε γίνει η αναγ̂καία γραπτή διיάκριση ανάμεσα στα έρρινα και τα άρρινα δίψηφα, σε λίγον καιρό θα αναφερόμαστε στην αλλοίωση και τον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (κόμπος [b] ⇔ κόβος, έντεκα [d] ⇔ έδεκα, άγγελος [g] ⇔ agel ≠ angel < άγ̂γελος) ▪ Αν θες να μάθεις να μιλάς σωστά τη μητρική σου γλώσσα και να βοηθήσεις κι άλλους να μιλούν ορθά, να τη γράφεις πάν̂τα με το γνι [γ̂], το μίγμα [μ̂] και το νίγμα [ν̂]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψευδισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψευδισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

ΑΓΜΑ - ΤΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΕΜ'ΠΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ ΑΓΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ



 ΤΟ ΑΓΝΟΗΜΕΝΟ ΣΥΜΦΩΝΟ [γ̂]

Η λέξη άγμα ετυμολογείται από το ρήμα ἄγνυμι (< ρίζα / Ϝαγ/ ή /αγ/ + πρόσφυμα /νυ/ + κατάληξη /μι/), όπου [Ϝ] το δίγαμμα, ένας ήχος όπως το αγ̂γλικό [W] [π.χ.: one > (γ)ουαν].

Η αρχική του ονομασία  -σύμφωνα με τη φωνητική του αξία- ήταν ϝαῦ (στην αγ̂γλική wau) και αν̂τιστοιχούσε στο φοινικικό σύμφωνο ουάου. Η μεταγενέστερη ονομασία (δίγαμμα), οφείλεται στο σχήμα του (το διπλό γάμμα, δηλαδή δύο φορές το γάμμα, το ένα πάνω στο άλλο).

Στην παμφυλιακή διיάλεκτο υπήρχε ένα γράμμα, το [Ͷ], με παρόμοια αξία με αυτήν του ασθενούς διχειλικού [V] ή [W]· γι’ αυτό μπορεί να αναφέρεται και ως παμφυλιακό δίγαμμα.

Ας δούμε όμως τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά:

Ο πρώτος ήχος που παράγει ο άνθρωπος με τη γέννησή του είναι το (γ)ουααα· ένα ρινοποιημένο ουααα, που ουσιיαστικά αποτελεί τη θέση σχηματισμού του μαλακοϋπερωικού [Ν] (αυτό που αλλιώς ονομάζουμε άγμα), ο οποίος καταλήγει σε ένα μακρόσυρτο [α]. Με άλλα λόγια το μωρό, όταν από το ασφαλές, υγρό και ζεστό περιβάλλον, αλλάζει χώρο και περνά στο εκτεθειμένο ανοιχτό, με τους δυνατούς ήχους και το φως, στην προσπάθεια να πάρει την πρώτη του αναπνοή, ανοίγει το στόμα και μέσα από την προσωρινή δυσφορία του -η οποία εκφράζεται με το κλάμα- τελικά σχηματίζει τον ήχο του άλφα [α].

Αυτός είναι ο λόγος που το [α] θεωρείται η μήτρα των φωνηέν̂των (μαζί με το [ο] στη γλώσσα μας αποτελούν τον πυλώνα των φωνηέν̂των) και ο πρώτος ολοκληρωμένος ήχος, δηλαδή καθαρός φθόγ̂γος που φωνεί ο άνθρωπος· αφού οι ήχοι (γ)ου/ŋου εκφράζουν τη μετάβασή του και όχι τη θέση, από το ένα περιβάλλον στο άλλο. Το [ου] στη συγ̂κεκριμένη περίπτωση, λόγω του ηχοχρώματος και της σύν̂τομης κυρίως διיάρκειάς του, θεωρείται εισαγωγικός-προωθητικός ήχος και όχι καθαρός, ολοκληρωμένος. Άλλωστε ο άνθρωπος είναι το μόνο θηλαστικό το οποίο αμέσως μετά την έξοδό του από τη μήτρα φων-ά-ζει, δηλαδή βγάζει φωνή [α], άρα ζει.

Στο σημείο αυτό λοιπόν, επιδιיώκον̂τας να επισημάνω τη σπουδαιότητα των ευ̂φωνικών συνηχήσεων του [ν] και του [μ] στη γλώσσα μας, προχωρώ στην παρακάτω αλληγορική αποτύπωσή τους, αναλογικά προς το ίδιο το ἄγνυμι: 

Από το ανοιχτό φωνήεν [α], το οποίο είναι το προθεματικό, περνάμε στο [γ] και τη θέση στην οποία πρέπει να βρίσκεται η γλώσσα για τη διיαμόρφωση του ήχου, τόσο του [Ϝ] όσο και του [ŋ]· με το [γ] να δηλώνει την αξία του μαλακοϋπερωικού [Ν] (αν̂τίστοιχη περίπτωση με αυτήν των συμ̂πλεγμάτων γχ, γξ) και επομένως στη ρίζα [αγ], η οποία αποτελεί τη βάση. Αμέσως μετά στο προσφυματικό [νυ] -το οποίο συμ̂πίπτει με την παλαιότερη γραφή του Νι, προσδιיορίζον̂τας τόσο τον οπίσθιο αλλόφωνο ήχο του, δηλαδή το [ŋ], όσο και τον αν̂τίστοιχο κλειστό του [υ] (το τελευταίο στην αρχαία ελληνική εκφερόταν από τη θέση του [ου]- σχηματίζον̂τας το θέμα [ἄγνυ]· και τέλος στην κατάληξη [μι], με την οποία δηλώνεται η ιδιיότητα του [ŋ]: άλλοτε να εκρήγνυται, επιδρών̂τας στα [γ], [κ], [τ] (π.χ.: συŋγγενής < συŋ + γενής < συν + γένος,  έŋγκριση < εŋ + κρίση < εν + κρίνω,  σύŋνταγμα < συŋ + τάγμα < συν + τάσσω) και άλλοτε να διיαχέεται στη στοματική κοιλότητα ενεργοποιών̂τας το Μι, προκειμένου να επηρεάσει το [π] και να το ηχηροποιήσει (π.χ.: πάŋμμπολλα < παŋμ + πολλά < παŋ + πολλά < παν + πολύς).

[αγ  νυ  μι]

Παράγωγο του γνυμι (που σημαίνει διיαχέω, διיασκορπίζω, συν̂τρίβω, θραύω, σπάω) είναι το άγμα (δηλαδή το τεμάχιο, το θραύσμα, από το οποίο προκύπτει η λέξη κάταγμα)· με το [γ] να δηλώνει τόσο την παραπάνω ιδιיότητα του [ŋ], όσο και τη συνάφειά του με το [μ], και το [α] να ορίζει την αρχή και το τέλος: το άρτιο, δηλαδή το όλον της λέξης.

Με πιο απλά λόγια, αν λάβουμε υπόψη την ιδιיότητα του [α], το οποίο όχι μόνο περιβάλλει τη λέξη αλλά και χαρακτηρίζει τη δομή της, έχουμε το αθροιστικό αποτέλεσμα να αποδίδει στον απόλυτο βαθμό την έννοια, τη θέση και την αξία του [ŋ] στη γλώσσα μας, με το άγμα:

1. να μην απαν̂τά ποτέ στην αρχή της λέξης ([α] αν̂τί για ])

2. να έχει θέση στο μέσον της λέξης και στο γραπτό λόγο να αποδίδεται με το γράμμα [γ]

3. να φέρει τη διττή ιδιיότητα: αφενός να ενεργοποιεί το [μ] (πριν από το [π]), αφετέρου να εισχωρεί στο σχηματισμό του και να τον επηρεάζει, με συνέπεια να μετατρέπει τον ήχο του από εμ̂πρόσθιο ρινικό στον αν̂τίστοιχο μέσο σκληροουρανικό [ɱ] (< ŋm). Είναι δηλαδή [ɱ], σύμμικτος ήχος· και όχι ατόφιο [μ], αφού αρχικά παρεμβάλλεται ο ήχος του [ŋ]

Πράγματι, αν δοκιμάσει κάποιος να φωνήσει το αμ ŋmɱ) έναν̂τι του μα (mα), θα διיαπιστώσει ότι στην πρώτη περίπτωση ο ήχος του [μ] σχηματίζεται πιο πίσω και επομένως είναι πιο έρρινος (απαλότερος) από αυτόν του μα (mα - πιο βαρύς). Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: η επίδραση του [ŋ] στο [μ]

4. να μην απαν̂τά στο τέλος καμιάς λέξης ([α] αν̂τί για [ŋ]), δηλαδή να είναι μέσος, περίκλειστος ήχος

Βάση αυτών προκύπτει η παρακάτω σχέση μεταξύ της λεκτικής του απόδοσης και της φωνητικής του θέσης, αξίας και ιδιיότητας μέσα στη λέξη:

(λεκτική απόδοση) άγ (νυ) μ (ι) α  (φωνητική θέση αξία ιδιיότητα) άγ̂μα άŋmα άɱα άμα ≠ μα

Ενδιיαφέρον επίσης έχει να δούμε στο φοινικικό συλλαβάριο τη σημασία των συμβόλων του [μ] και του [ν], όπως και τη μεταξύ τους σχέση, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τη χρήση και την αξία τους. Το [μ] ονομαζόταν μεμ και σήμαινε νερό και το [ν] νουν, δηλαδή ψάρι (ή φίδι), με το [ν] να ενυπάρχει στο [μ], όπως το ψάρι στο νερό. Αν σε αυτά προσθέσουμε τόσο τον σημασιολογικό-ετυμολογικό όσο και τον ευ̂φωνικό τους χαρακτήρα (μαζί με το [λ] θεωρούν̂ται τα κατεξοχήν μουσικά σύμφωνα), αν̂τιλαμβάνεται κανείς εύκολα την αξία τους στη γλώσσα μας. Γι’ αυτό και όταν βρίσκον̂ται στο μέσον των γηγενών λέξεων δεν πρέπει να παραλείπον̂ται.

Οι Πυθαγόρειοι φιλόσοφοι συσχέτιζαν τους αριθμούς -τους οποίους αποκαλούσαν σοφούς- με τα γράμματα, προκειμένου να αναδείξουν τη σημασία των λέξεων· και αυτό γιατί θεωρούσαν την ελληνική μία γλώσσα μαθηματική (δηλαδή σοφή), γεμάτη αρμονία, συμβολισμούς και νοήματα:

«Τι το σοφόν;... Ο αριθμός! Τι δεύτερον εις σοφίαν;... Ο τοις πράγμασιν τα ονόματα θέμενος. Τι το ωραιότερον;... Η αρμονία».

Το [Γ] στο ελληνικό αλφάβητο αν̂τιστοιχεί στον αριθμό 3. Επομένως το [Ϝ], το οποίο είναι δύο [Γ] (δις+γάμμα) έχει αριθμητική αξία 3x2 = 6. Άλλωστε στην πρώιμη μορφή του ελληνικού αλφαβήτου -μέχρι τη σίγησή του- αυτή τη θέση κατείχε, πριν αν̂τικατασταθεί από το στίγμα [Ϛ/ΣΤ΄]. Την ίδια αριθμητική αξία έχει και το άγμα [ŋ].

Προκειμένου να διיευκρινιστεί η απόδοσή του και να αποφευχθεί η σύγχυση με τα [γ], [γγ/γκ], στο γραπτό λόγο χρησιμοποιώ το σύμβολο [γ̂] (π.χ. φεγ̂γάρι, αγ̂καλιά), το οποίο αποτελεί και εισήγησή μου.

Η λέξη άγμα πρωτοεπισημάνθηκε από τον Ίωνα το Χίο (φιλόσοφο, ιστορικό και τραγικό ποιητή, κατά κάποιους εφάμιλλο των μεγάλων τραγικών ποιητών μας), ο οποίος ήταν σύγχρονος του Περικλή και έζησε από κον̂τά το χρυσό αιώνα της Αθηναϊκής Πολιτείας. Μερικοί αποδίδουν την ετυμολογία του στην επίδραση του κοινού ως σύμβολο, όσο και όμορου στο σχηματισμό γάμμα (> άγμα με αν̂τιμετάθεση, πιθανόν και αναλογικά προς τα σίγμα-στίγμα). Ο ίδιος ο Ίων το χαρακτήρισε ως το 25ο γράμμα του αλφαβήτου μας (τα δίγαμμα, στίγμα, κόππα, σαμ̂πί είχαν ήδη αφαιρεθεί, αφού είχαν πάψει να έχουν φωνητική αξία). Ωστόσο για το συγ̂κεριμένο φθόγ̂γο δεν επινοήθηκε κάποιο γράμμα, με συνέπεια το γάμμα να φέρει διπλή σημασία: άλλοτε αυτήν του [γ] και άλλοτε αυτήν του μαλακοϋπερωικού [ν]. (Έρρινο είναι το [γ] πριν από άλλο ουρανικό σύμφωνο, δηλαδή πριν από τα [γ], [κ], [χ], ή πριν από το [ξ], επισημαίνει ο Τζάρτζανος στη γραμματική του). Κρίμα γιατί αν είχε συμβεί αυτό, σήμερα θα είχε δοθεί λύση στο βασικότερο πρόβλημα στην προφορά της γλώσσας μας.

Την παραπάνω μαρτυρία του Ίωνα επιβεβαιώνουν οι λατίνοι συγ̂γραφείς Μάρκος Τερέν̂τιος Βάρρων, Λούκιος Άκκιος και ο Πρισκιανός ο γραμματικός.

Πρισκιανός (Απόσπασμα από τη Γραμματική της Λατινικής - Βιβλίο Ι.39)


Ο Βάρρων, στο πρώτο του βιβλίο για την προέλευση της λατινικής γλώσσας, λέει με αυτά τα λόγια: Όπως γράφει ο Ίων, το εικοστό πέμיπτο γράμμα είναι αυτό που ονομάζουν άγμα· το οποίο δεν έχει μορφή, αλλά ο ήχος είναι κοινός στα Ελληνικά και τα Λατινικά, όπως στις λέξεις: aggulus, aggens, agguilla, iggerunt. Σε τέτοιες λέξεις οι Έλληνες και ο δικός μας ο Άκκιος γράφουν διπλό [g], ενώ άλλοι γράφουν [ng], γιατί εύκολο δεν είναι να καταλάβουμε την αλήθεια σε όλα αυτά. Ομοίως: agceps, agcora.

Ευτυχώς που δεν επικράτησε η άποψη του Άκκιου και των ομόγνωμών του· δηλαδή η μεταγραφή του δίψηφου [γγ/γκ] από τα ελληνικά στα λατινικά σε [gg/gc], αλλά ό,τι επεσήμανε ο Ίων για τον κοινό ήχο (το άγμα), ανάμεσα στις δύο γλώσσες, με αποτέλεσμα ο φθόγ̂γος να δηλωθεί στη γλώσσα τους με το [n]. Διיαφορετικά θα κατέληγαν και αυτοί να εκφέρουν, όπως οι περισσότεροι εξ ημών: κακόφωνα και ψευδά.

Φαν̂ταστείτε λόγου χάρη, οι Λατίνοι αν̂τί του angulus (< ελλην. αγ̂κύλος) να έλεγαν aggulus  Αgglia  egglish (γιατί όλα τους ομόρριζα είναι) και ο κόσμος ανά την οικουμένη να μιλούσε σήμερα παραφθαρμένα. Εμείς όμως μαθαίνουμε αγγλικά [g] (αν̂τί του ορθού αγ̂γλικά [ŋg]), but we speak english and not eglish! Ελληνικά θα μάθουμε ποτέ;!... Για ποια οικουμενικότητα της Ελληνικής μιλούμε σήμερα; Μήπως για αυτήν μιας γλώσσας που σέβον̂ται οι ξένοι και ξέρουν να την προφέρουν καλύτερα από εμάς;!

Στο Διיεθνές Φωνητικό Αλφάβητο, το μαλακοϋπερωικό [Ν] ονομάζεται agma ή angma (με τον πρώτο τύπο να είναι συνεπέστερος προς τη ρίζα και τον δεύτερο ορθότερο προς τον ήχο τον οποίο δηλώνει), ενώ υπάρχει και η απόδοση ingma [< ing + (ang)ma / (ag)ma] που αφορά στην κατάληξη -ing, για λέξεις όπως οι: ζάπινγκ, κάμיπινγκ, μάρκετινγκ, πάρκινγκ κ.λπ.

Ο Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΜΑ [γ̂]


Στα όσα αναφέρει ο έγ̂κριτος γλωσσολόγος-λεξικογράφος στην τηλεοπτική εκπομ̂πή της δημοσιογράφου Βίκης Φλέσσα «Σε προσκυνώ, γλώσσα», συμ̂πληρωματικά σημειώνω τα παρακάτω:

1. Το μαλακοϋπερωικό [Ν] απαν̂τά στη γλώσσα μας πριν και από το διπλό σύμφωνο [ξ] (π.χ. ελέγξιμος  ελέŋξιμος)
2. Στα αρχαία ελληνικά οι λέξεις λήγουν επίσης και σε [ξ], ]ψ] (π.χ. λυγξ, μύωψ)
3. Η αναφορά στην τροπή του συμφωνόληκτου [μ] σε [ν], σε λέξεις όπως: τομ λύκομ (< τοŋμ λύκοŋμ)  τον λύκον, δώρομ (< δώροŋμ)  δώρον, έφερομ (< έφεροŋμ)  έφερον, επιβεβαιώνει την ενύπαρξη του [ν] στο [μ], όταν προηγείται φωνήεν

Η ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΟΥ ΜΑΛΑΚΟΫΠΕΡΩΙΚΟΥ [ŋ] (ΑΛΛΙΩΣ [γ̂])


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:   ˆ   το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             י    η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΩΝΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ




ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ - ΕΚΔΟΣΗ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ



Το εξώφυλλο του εγχειριδίου

  

Η συγ̂γραφική ομάδα


Περιεχόμενα - Θεματολογία


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:   ˆ   το ευ̂φωνικό [ŋ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             י    η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

 

Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
ΚαθΑγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής





Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

ΕΝΑ ΙΔΙ'ΑΙΤΕΡΑ ΔΗΜΟΦΙΛΕΣ -ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ- ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ

 



Ο ΤΖΟΥΤΖΟΥΚΟΣ (1966)

Συνθέτης-Στιχουργός: Νάσ. Φακίδης

Ερμηνευτές: Ζοζ. Γενοβέζου-Νάσ. Φακίδης-Δημ. Πεταχταρίδης


Ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντο

άν̂τρα που τον έχω εγώ


Έχω μια γυναίκα

δεν ξέρω (εσφαλμ. απόδοση στην εκτέλεση, αν̂τί του ορθού [δεγ̂κz̥έρω]), πού τη βρήκα

Μου ‘τυχε λαχείο

την πήρα [→ τημ̂πήρα] δίχως προίκα


Άν̂τρα μου, χρυσέ μου

καλέ μου νοικοκύρη

που δε σου χαλάω

κανένα σου χατίρι


Κι είμαστε το πιο καλό

αν̂τρόγυνο στη γη

Ακούστε μας και πάρετε

και σεις τη συν̂ταγή


Ακούστε μας, ανύπαν̂τροι

και πάρτε συν̂ταγή:


-Ποιος σηκώνεται πρωί;

-Ο τζουτζούκος μου!

-Ποιος τον ψήνει [→ τομ̂πz̥ήνει] τον καφέ [→ τογ̂καφέ];

-Ο τζου-τζού-κος μου!

-Και ποια τον πίνει [ τομ̂πίνει] τον καφέ [→ τογ̂καφέ];

-Η τζουτζούκα σου, καλέ· αχ αν̂τρούλη μου, χρυσέ!


Ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντο

άν̂τρα που τον έχω εγώ!


-Ποιος πηγαίνει στη δουλειά;

-Ο τζουτζούκος μου!

-Ποιος τα φέρνει τα λεφτά;

-Ο τζου-τζού-κος μου!

-Και ποια τα παίρνει τα λεφτά;

-Η τζουτζούκα σου, καλέ· αχ αν̂τρούλη μου, χρυσέ!


Ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντο

πω πω πω, να τον χαρώ!


Είδατε μωρέ παιδιά

γυναίκα που ‘χω ‘γω

Φτύστε με κατάμουτρα

να μην αβασκαθώ (δις)

Και φτύστε και τον κόρφο [→  τογ̂κόρφο] σας

για καλό και για κακό


Η γυναίκα μου είναι

μάλαμα μονάχο

Ποτέ της δε μ’ αφήνει

καμιά φρον̂τίδα να ‘χω


Είμαι γυναικούλα

στον άν̂τρα μου εν̂τάξει

Και τον έχω πάν̂τα

μη βρέξει και μη στάξει


Κι είμαστε το πιο καλό

αν̂τρόγυνο στη γη

Ακούστε μας και πάρετε

και σεις τη συν̂ταγή


Ακούστε μας, ανύπαν̂τροι

και πάρτε συν̂ταγή:


-Ποιος θα πιάσει ψάρια;

-Ο τζουτζούκος μου!

-Ποιος θα ψήσει ψάρια;

-Ο τζου-τζού-κος μου!

-Και ποια θα φάει τα ψάρια;

-Η τζουτζούκα σου, καλέ· αχ αν̂τρούλη μου, χρυσέ!


Ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντο

άν̂τρα που τον έχω εγώ!


-Ποιος θα κάνει λάτρα;

-Ο τζουτζούκος μου!

-Ποιος θα πλύνει πιάτα;

-Ο τζου-τζού-κος μου!

-Και ποια θα πάει άτα;

-Η τζουτζούκα σου, καλέ· αχ αν̂τρούλη μου, χρυσέ!


Ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντο

πω πω πω, να τον χαρώ!


Είδατε μωρέ παιδιά

γυναίκα που ‘χω ‘γω

Φτύστε με κατάμουτρα

να μην αβασκαθώ (δις)

Και φτύστε και τον κόρφο [→  τογ̂κόρφο] σας

για καλό και για κακό


Παραφράζον̂τας το παραπάνω παλιό εύθυμο τραγούδι -το οποίο σφύζει από σατιρικό στίχο και ευ̂φωνικές συνηχήσεις- για τα όσα κωμικοτραγικά συμβαίνουν σήμερα στην παιδεία και ιδιיαίτερα με τη μη εκμάθηση της ορθής προφοράς της γλώσσας μας στα σχολεία:


Έχω μία γλώσσα

που ‘χει συνηχήσεις

και δε μ’ έχουν μάθει

πώς να την προφέρω


Έχω μία γλώσσα

δεν ξέρω πού τη βρήκα

Μου ‘τυχε λαχείο

δεν έχει πλέον προίκα


Ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντο

γλώσσα που την έχω εγώ!...

Ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντο

δίχως σύμφωνο έρρινο!


Ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντο

μα τι γλώσσα έχω ‘γω!...

Ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντάχτιρι, ντο

δίχως φθόγ̂γο εύηχο!


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:   ˆ   το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             י    η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

             o   η άτονη φώνηση του [ζ].

 

Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
ΚαθΑγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΖΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΦΟΡΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

 



Η ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΩΝ ΔΙΨΗΦΩΝ ΣΥΜΦΩΝΩΝ

 


Πριν από κάμ̂ποσα χρόνια, στην τηλεοπτική εκπομ̂πή του διיακεκριμένου γλωσσολόγου-λεξικογράφου Γεωργίου Μπαμπινιώτη και της κλασικής φιλολόγου-δημοσιογράφου Βίκης Φλέσσα, «Οι λέξεις φταίνε», φιλοξενήθηκε ο ηθοποιός Γιάννης Μπέζος.

Ακούστε τι ανέφερε σχετικά με την προφορά της Κοινής Νεοελληνικής και την εκφορά του λόγου.

Η ορθή εκφορά των λέξεων που ακούγον̂ται στο βίντεο, είναι:

εκπομ̂πή [εκποɱbή]   και όχι   εκπομπή [εκποbή]

έμ̂πορος [έɱbορος]                 έμπορος [έbορος]

αντίο [αdίο < ιταλ. addio]          αν̂τίο [αŋdίο]

βίντεο [βίdεο < λατιν. video]     βίν̂τεο [βίŋdεο]

φεγ̂γάρι [φεŋgάρι]                    φεγγάρι [φεgάρι]


Η τοποθέτησή μου, στις εύστοχες επισημάνσεις των ομιλούν̂των στη γλωσσική εκπομ̂πή, είναι ότι τα πάν̂τα είναι θέμα παιδείας· και ότι όλα ξεκινούν από την οικογένεια και το σχολείο.

Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει η Ορθοφωνία να διδάσκεται στις Παιδαγωγικές Σχολές· κάτι το οποίο δε γίνεται. Και όταν συμβαίνει, γίνεται απλώς για τους «τύπους»:

πλημμελώς και ουχί με τρόπο συστηματικό!

Επίσης, η διδασκαλία της προϋποθέτει καταρτισμένους δασκάλους· και οι αξιόλογοι, δυστυχώς, δάσκαλοι πλέον και στις Δραματικές Σχολές είμαστε λιγότεροι απ’ ό,τι τα δάχτυλα του ενός χεριού!

Όσον αφορά την κακή εκφορά του λόγου, θα προσέθετα ότι δε βάλλει μόνο τη μουσικότητα της γλώσσας, αλλά και την ετυμολογία-σημασιολογία των λέξεων.

Το δέντρο [d], λ.χ., είναι ισάξιο των δεδροκομία και δεδροφύτευση, όπως και το κολύμπι [b], των κολυβητής και κολυβητήριο.

Εάν αναγάγουμε δε τα παραπάνω παραδείγματα, σε ένα πλήθος λέξεων με συμφωνικά συμ̂πλέγματα τα [νδ] και [μβ], είναι σα να προφέρουμε:

το σκάνδαλο → σκάδαλο (⇔ σκάνταλο [d], αν̂τί του ορθού σκάν̂ταλο [ŋd]), την πανδημία → παδημία, το σύμβολο → σύβολο, το ρόμβο → ρόβο  κ.ο.κ.

Ειρήσθω εν παρόδω, οι Άγ̂γλοι –στα εν λόγω από τη γλώσσα μας δάνεια– προφέρουν τα [ν] ή [μ]:

scandal, pandemic, symbol, rhomb.

Όπως άλλωστε και στην περίπτωση των έρρινων γ̂γ/γ̂κ [ŋg] (!)

π.χ.:  angel (< άγ̂γελος), sponge (< σπόγ̂γος), strangle (< στραγ̂γαλίζω), ankylosis (< αγ̂κύλωσις)  κ.ά.

Ωστόσο, με ευχολόγια και νουθεσίες δε γίνεται τίποτα.

Όλα τα παραπάνω, δυστυχώς, μαρτυρούν σοβαρό έλλειμμα παιδείας και αγνωσία.

Εν κατακλείδι, εάν δε γίνει πάραυτα η απαραίτητη αποσαφήνιση των έρρινων δίψηφων συμφώνων στο γραπτό λόγο (προσωπικά προτείνω την πλήρη αξιοποίηση του τόνου και της αποστρόφου, σε μια πιο διיακριτική μορφή), η οποία θα διיευκολύνει τόσο τους δασκάλους στα σχολεία, όσο και τους μαθητές στην εκμάθηση της ορθής προφοράς, οδεύουμε, με μαθηματική ακρίβεια, στην αλλοίωση και στον ψευδισμό της γλώσσας μας· της οποίας υπενθυμίζω ότι κάθε χρόνο, στις 9 Φεβρουαρίου (ημερομηνία εκδημίας του εθνικού μας ποιητή), εορτάζουμε την οικουμενικότητά της.

Επιμέρους σχόλια-τοποθετήσεις:

1. Όν̂τως, το βασικότερο μέσο έκφρασης του ηθοποιού είναι ο λόγος. Αυτός είναι που ουσιיαστικά διיαφοροποιεί τη θεατρική τέχνη από τις υπόλοιπες τέχνες. Σε αυτήν μπορεί να συναν̂τήσει κανείς όλες τις τέχνες μαζί και επιπροσθέτως την αμεσότητά του.

2. Τελευταία υιοθετείται από κάποιους η άποψη ότι ο ηθοποιός αρκεί να καταθέσει την αλήθεια του, απαξιώνον̂τας κατ αυτό τον τρόπο τη σημαν̂τικότητα της Ορθοφωνίας στο Θέατρο.

Σε αν̂τίκρουση του παραπάνω ισχυρισμού, αναφέρω τα εξής:

Ι. Δε μας ενδιיαφέρει η αλήθεια του ηθοποιού, αλλά η αλήθεια του ρόλου → του έργου → του συγ̂γραφέα. Με πιο απλά λόγια, δε θέλουμε να δούμε το Βαφιά να παίζει τον εαυτό του, αλλά το Βαφιά να υποδύεται τον Κρέον̂τα (ρόλος με τον οποίο -κατά κοινή ομολογία- ταυτίστηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο). 

Για τον ίδιο λόγο δε μας ενδιיαφέρει η σκηνοθετική άποψη του Βαφιά για την Αν̂τιγόνη του Σοφοκλή, αφού ο πρώτος σκηνοθέτης είναι ο ίδιος ο δημιουργός, του οποίου η θέση δηλώνεται με απόλυτη σαφήνεια στο έργο. Πόσω μάλλον σε αυτό ενός μεγάλου δραματουργού ή τραγικού ποιητή! Εάν κάποιος επιθυμεί να καταθέσει την άποψή του, μπορεί να γράψει ένα άλλο, δικό του έργο.

II. Αν υπήρχε κάτι το οποίο έκανε το Μινωτή να ξεχωρίζει από πολλούς συναδέλφους του και να μπορεί να αναμετράται με τα κείμενα των αρχαίων τραγικών ποιητών μας στα ανοιχτά θέατρα μέχρι το βαθύ του γήρας, ήταν ότι ασκείτο διיαρκώς. Υπήρξε «τέρας» εργατικότητας και τεχνικής.

Ομοίως και ο Ορέστης Μακρής, στον πειστικότερο μεθύστακα που έχει ποτέ αποδοθεί από ηθοποιό παρεμ̂πιπτόν̂τως δεν είχε πιεί ποτέ του γουλιά κρασί, με την ερμηνεία του να αποτελεί, διיεθνώς, σημείο αναφοράς και μελέτης– τον οποίο, ωστόσο, καταλάβαινες τι έλεγε στις ταινίες του· εν αν̂τιθέσει με πολλούς ηθοποιούς της τηλεόρασης σήμερα, τους οποίους πασχίζεις να κατανοήσεις τι λένε.

3. Δεν έχει σημασία τι λέμε (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο λόγος του Μάρκου Αν̂τώνιου στη Ρωμαϊκή Αγορά, στον «Ιούλιο Καίσαρα» του Σαίξπηρ), αλλά ο τρόπος με τον οποίο λέμε, εκφράζουμε κάτι· και αυτόν τον τρόπο, τόσο στο Θέατρο, όσο και στην καθημερινή μας επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους, δηλαδή την Τέχνη του Λόγου (αλλιώς Ρητορική), πραγματεύεται μεταξύ άλλων η Ορθοφωνία.

4. Προς επίρρωση των όσων αναφέρει ο κύριος Μπαμπινιώτης για την Bühnensprache, δηλαδή την πρότυπη γλώσσα (αλλιώς γλώσσα θεατρικής σκηνής), ή την Bühnenaussprache (θεατρική προφορά):

Εάν δεν εκφέρει ορθά το λόγο ο ηθοποιός, ο οποίος θεωρείται πνευματικός φορέας και οφείλει να αποτελεί πρότυπο εκφοράς για τους άλλους, από ποιον προσδοκούμε να τον αρθρώσει σωστά; Από τον απλό άνθρωπο ή το βιοπαλαιστή;

Αυτά είναι μερικά από τα οποία επισημαίνω στους μαθητές μου.

Γιατί όπως διיατυπώνει ο καλός συνάδελφος Γιάννης Μπέζος (κάποτε είχαμε συνυπάρξει καθηγητές στη Δραματική Σχολή «Ράμ̂πα»), η δουλειά η δική μας είναι να ανεβάζουμε τον πήχη.


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:   ˆ   το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             י    η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

 

Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
ΚαθΑγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής