Ένρινον είναι και το [γ], όταν ευρίσκεται προ των ουρανικών [κ], [γ], [χ] ή προ του [ξ]: άγκυρα, αγγείον, άγχω, άγξω (Αχιλλέας Τζάρτζανος) ▪ Συλλογιστείτε πώς προφέρεται το πρώτο [γ] στις λόγιες <παγγερμανισμός>, <παγγνωσία> ή <συγγνωστός>, στις οποίες, κατ’ εξαίρεση, δεν έχουμε τροπή του δεύτερου συμφώνου ▪ Αρκετές φορές, τα [μπ] και [ντ] μέσα στη λέξη είναι οι άλλες μορφές των [μβ] και [νδ]: κόμβος → κόμ̂πος, ένδεκα → έν̂τεκα ▪ Αυτό που ουσιיαστικά τρέπεται είναι το δεύτερο σύμφωνο ▪ Όταν γράφω και τα δίψηφα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] αφορούν δύο φθόγ̂γους, προσθέτω ένα διיακριτικό ώστε να αναγνωρίζουν απαξάπαν̂τες πώς προφέρον̂ται ▪ Μάθαμε να ορθογραφούμε αλλά όχι να ορθοφωνούμε ▪ Εάν δε γίνει η αναγ̂καία γραπτή διיάκριση ανάμεσα στα έρρινα και τα άρρινα δίψηφα, σε λίγον καιρό θα αναφερόμαστε στην αλλοίωση και τον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (κόμπος [b] ⇔ κόβος, έντεκα [d] ⇔ έδεκα, άγγελος [g] ⇔ agel ≠ angel < άγ̂γελος) ▪ Αν θες να μάθεις να μιλάς σωστά τη μητρική σου γλώσσα και να βοηθήσεις κι άλλους να μιλούν ορθά, να τη γράφεις πάν̂τα με το γνι [γ̂], το μίγμα [μ̂] και το νίγμα [ν̂]

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

ΟΧΙ ΑΛΛΟΙ ΒΙΑΣΜΟΙ Ή ΒΡΥΧΗΘΜΟΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ





ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΔΙ'ΑΝΟΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ 



«Τα πράγματα δείχνουν ότι δεν έχουμε μία ευαισθησία, ώστε να αποκτήσουμε και μία ακουστική ευγένεια. 
Σήμερα δεν είναι ότι φτωχαίνει μόνο το λεξιλόγιό μας. Φτωχαίνει και η προφορά μας. 
Η προφορά σήμερα είναι ένας βρυχηθμός. Και σε αυτό φταίει και η κατάργηση του πολυτονικού συστήματος. 
Σήμερα, το παιδί που μαθαίνει το μονοτονικό, που έχει γίνει ατονικό, στην πραγματικότητα δεν μπορεί να παρακολουθήσει τη μουσικότητα των λέξεων. Γιατί οι τόνοι και τα πνεύματα ήταν ότι είναι και οι νότες σε μία παρτιτούρα. 
Αυτά τα πράγματα δεν τα είχαν καταλάβει αυτοί που αποπειράθηκαν να κάνουν μεταρρυθμίσεις.
Δεν έχει γίνει κατανοητό ότι η υπεροχή της ελληνικής έναν̖τι άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών βρίσκεται στην παλμικότητά της. Όπως στην κλίση: «ο άνθρωπος του ανθρώπου, τον άνθρωπο, οι άνθρωποι, των ανθρώπων, τους ανθρώπους». Κατεβαίνει ο τόνος. Είναι σαν το μπαλάκι του πινγκ-πονγκ που δίνει μία ζων̖τάνια στη λέξη. 
Αυτή η «ακινητοποίηση» του τόνου φέρνει το νέκρωμα της λέξης».

Απόσπασμα:

«Τι θα γίνει επιτέλους μ’ αυτήν τη βλαχοπροοδευτική επιδημία του «bου», «dε» και του «gα»; 
Ξέρετε, εκείνη την αυτιστική μόδα να λένε Σύdαγμα (κι όχι Σύνdαγμα), εκποbή κι όχι εκπομbή – και κάθε λογής bομbή!
Μέχρι και ο Άγιיος Aνdόνιος έγινε Adόνιος, κι όλοι οι άνgελοι του ουρανού εξέπεσαν σε αgέλους. Ποιoς διάβολος έβαλε το ποδάρι-του, δεν πήραμε είδηση: Ανεπαισθήτως αλλά σταθερώς, γέμισαν τα ραδιיόφωνα με τα «πέdε» κακά της μοίρας μας. Κοροϊδεύουμε τους καημένους τους τσιγ̖γάνους (τσιngάνους) για το «Συbέτερε συbάτα με», και τα λουστήκαμε εμείς οι ίδιοι τώρα!
Τι συμβαίνει άραγε μ’ αυτά τα ηχηρά ρινικά στιγμιαία σύμφωνα «μπ», «ντ», «γγ»;

Έτσι λοιπόν, στα ρινικά συμ̖πλέγματα μπ, ντ (μας λέει ο Τριαν̖ταφυλλίδης) προφέρεται χωριστά το ρινικό μ, ν, ενώ τα ακόλουθα π, τ, προφέρον̖ται σαν το δίψηφο μπ(b) και ντ(d).
Πράγματι, εμένα το αγροτικό-μου σόι επήγαινε στ’ αμbέλι φορών̖τας αμbέχονα, κι έσκαβε την αμbολή.
Ανάλογα (ο Τριαν̖ταφυλλίδης πάν̖τα) συμβαίνουν και στα γκ, γγ, όπου το πρώτο γράμμα προφέρεται σαν «ν» ενώ το δεύτερο προφέρεται σαν το δίψηφο γκ(g).
Αναγνωρίζω, βέβαια, την κάποια λεπτότητα του πράγματος.
Πρώτον είναι αληθές ότι κατά το παρελθόν σε μερικές τοπολαλιές, τα ρινικά αυτά συμ̖πλέγματα προφέρον̖ταν χωρίς το ρινικό στην αρχή – είχαμε όμως συμφωνήσει να χρησιμοποιούμε μια Κοινή Ελληνική, για να μην ξαναπέσομε στη Βαβυλωνία.
Δεύτερον, τα δίψηφα αυτά στην αρχή των λέξεων προφέρον̖ται όν̖τως χωρίς το ρινικό (μπάλα, ντόρος, γκάιντα).
Με αυτά λοιπόν τα δεδομένα, ο ψυχραιμότερος γλωσσολόγος θα διיετύπωνε την άποψη «η γλώσσα από μόνη της τείνει να γενικεύσει τον κανόνα – μην γκρινιάζετε».
Εγώ λοιπόν διיατηρώ πλήρες το δικαίωμα να γκρινιάζω. Πρώτον διיότι με ενοχλεί βαρύτατα (ακουστικώς και αισθητικώς) αυτό το καλοκόριτσο στο μεγάφωνο του Μετρό που με τριβελίζει δέκα φορές την ημέρα με τους Abελόκηπους και με το Σύdαγμά-της. Πριν να γίνει αξιיόπιστη επιστημονική μέτρηση των γλωσσικών συνηθειών όλων των επιβατών του Μετρό, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μου επιβάλλει το γλωσσικό-του εbόρευμα.
Δεύτερον, ουδέποτε επίστεψα στον μεταφυσικό αυτοματισμό των γλωσσικών φαινομένων: Όπως σ’ όλα ανεξαιρέτως τα φαινόμενα, έτσι και στα γλωσσικά, υπάρχουν μια ή περισσότερες αιτίες – παλαιότερα, ήταν συνήθως ξενικοί βιασμοί (τα δε αποτελέσματα των βιασμών δεν νομιμοποιούν̖ται). Τώρα όμως;

Έως ότου να ακούσω μια πειστικότερην αιτία του φαινομένου, έχω υποχρέωση να αν̖τιδρώ ως ενεργός πολίτης και να επαναλαμβάνω την απαίτηση να αναμαγνητοφωνηθούν οι αναγ̖γελίες των στάσεων του Μετρό, χρησιμοποιών̖τας την κοινή κι όχι την ιδιיωματική εκφορά λόγου. Φτάνουν οι βιασμοί».

Απόσπασμα:
Θ. Π. Τάσιיος: Η βλαχοπροοδευτική γλωσσική επιδημία (Γνώμες - Εφημερίδα «Το Βήμα») 


«Το Σύν̖ταγμα του 1975, που αφήρεσε την ασπίδα προστασίας της γλώσσας που παρείχε το Σύν̖ταγμα του 1952, επέτρεψε την περιβόητη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976, η οποία κατάφερε το πρώτο καίριο πλήγμα κατά της γλώσσας μας, με την κατάργηση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο.
Το 1982 ακολούθησε δεύτερο πλήγμα με την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος γραφής, που συνοδεύθηκε αργότερα με άλλα κατά της γλώσσας μέτρα, τα οποία οδήγησαν στο σημερινό επίπεδο λεξιπενίας, αδυναμίας εκφράσεως και σκέψεως της νεολαίας, που χρησιμοποιεί στο λεξιλόγιό της περίπου 800 λέξεις.
Όσο πτωχότερο το λεξιλόγιο τόσο πτωχότερη η σκέψη, διיότι σκεπτόμεθα μέσω των λέξεων.
Είναι συνήθεις οι βαρβαρισμοί, οι σολοικισμοί, η παραμορφωτική εκφορά λόγου, που ακούμε ακόμη και από παρουσιיαστές ειδήσεων ραδιיοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών.
Η Ελληνική Γλωσσική κληρονομιά διיοργάνωσε μεγάλες εκδηλώσεις για την προστασία της ελληνικής, επιτυγχάνον̖τας την ανάσχεση της φθίνουσας πορείας της και ακολούθως την αύξηση των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, τα οποία δυστυχώς εν̖τάχθηκαν πρόσφατα στα προαιρετικά μαθήματα!».



ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:   `   τα ευ̖φωνικά [ŋ] και [ɱ] πριν από τα δίψηφα σύμφωνα.

              י   η προφορά των φθόγ̖γων χωριστά.

Άρης Βαφιάς - MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

ΣΗΜΑN̖TΙΚΗ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΣΤΟ ΔΙ’ΕΘΝΕΣ ΦΩΝΗΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ (ΔΦΑ) ΣΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΕΡΡΙΝΩΝ ΔΙΨΗΦΩΝ ΣΥΜΦΩΝΩΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ







ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ


Μία σημαν̖τική παράλειψη στο Διיεθνές Φωνητικό Αλφάβητο (ΔΦΑ) -που οφείλεται είτε σε άγνοια, είτε σε λάθος εκτίμηση- με συνέπεια η εσφαλμένη απόδοση να μεταγράφεται και να αναπαράγεται στη φωνητική ανάλυση της Κοινής Νεοελληνικής, αφορά σε αυτήν των ευ̖φωνικών συνηχήσεων του [ν] ή (και) του [μ], πριν από τα δίψηφα -μπ, -ντ, -τζ, -τσ, όπως και στην απόδοση των λατινικών -mp και -nt για κάποιες δάνειες λέξεις στη γλώσσα μας.


π.χ.: στις λέξεις mambo ή veranda, μπορεί τα [m], [n] στην αγ̖γλική να προφέρον̖ται ακριβώς όπως γράφον̖ται· να είναι δηλ. έρρινοι, διχειλικοί και φατνιακοί φθόγ̖γοι αν̖τίστοιχα.

Όταν όμως κάνουμε χρήση αυτών των λέξεων στη γλώσσα μας, ή πρέπει να αποδώσουμε τις ευ̖φωνικές συνηχήσεις σε αν̖τίστοιχες λέξεις της Ελληνικής, στην περίπτωση του δίψηφου -μπ, πριν από το [μ] ακούγεται ελαφρώς το άγμα [ŋ]. 
Έχουμε δηλ. διττή παρήχηση [ŋm], με εν̖τονότερη αυτή του [μ], λόγω της προωθημένης του θέσης-γειτνίασης με το [μπ], ενώ σε αυτήν του [nd], το φατνιακό [ν] τρέπεται σε μαλακοϋπερωικό, δηλ. πάλι σε άγμα [ŋ]. 
Και ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι για να αποφευχθεί ο υπερτονισμός των [μ], [ν] κατά τη συνεκφώνησή τους με τα δίψηφα σύμφωνα, ήτοι για λόγους ευ̖φωνίας (αρμονική συνήχηση φθόγ̖γων).

Δε λέμε δηλ. [μάmbo] ή [βεράndα], όπως οι Άγ̖γλοι,
αλλά [μάŋmbο], [βεράŋdα] (το [ŋ] με το πίσω τμήμα της γλώσσας).

Ομοίως και στην απόδοση των λατινικών -mp, -nt:
Δε λέμε  [κοmpιούτερ] ή [ντοκουμέntο]
αλλά  [κοŋmpιούτερ], [ντοκουμέŋtο]

Η διττή αυτή παρήχηση [ŋm], που ακούσια όλοι προφέρουμε (π.χ.: αν δοκιμάσουμε να εκφέρουμε αργά τον ήχο «οομμμ», θα διיαπιστώσουμε ότι μεταξύ του φωνήεν̖τος και του συμφώνου παρεμβάλλεται ισχνά ο ήχος του [ŋ]), αφορά στον ίδιο ήχο με αυτόν που στο ΔΦΑ ονομάζεται έρρινο χειλοδον̖τικό [μ] και δηλώνεται με το [ɱ], ακριβώς λόγω της επίδρασης του [ŋ] στον ήχο του [μ]. 
Γι' αυτό συμβολίζεται αναλόγως.

Πρόκειται για αλλόφωνο του [μ], που απαν̖τά επίσης πριν από τα χειλοδον̖τικά [β], [φ], ή το διχειλικό [ψ].

π.χ. ενώ γράφουμε: εμβαδόν, άμφια, έμψυχο, παμφάγος, παμψηφεί, σύμβολο, συμφωνία, συμψηφίζω κ.λπ.  
λέμε: εŋmβαδόν (αλλιώς εɱβαδόν), άŋmφια (αλλιώς άɱφια), έŋmψυχο (αλλιώς έɱψυχο) κ.ο.κ.

Ειδικά η κοινή αποδοχή ότι στο σύμ̖πλεγμα -μψ προφέρεται το [ɱ] και όχι το [μ], επιβεβαιώνει, με τον πλέον περίτρανο τρόπο, την ύπαρξη του ίδιου ήχου [ɱ] και στην περίπτωση του δίψηφου -μπ.

π.χ.: στη λέξη αμπέλι, το [μ] δεν είναι ατόφιος ήχος (αmbέλι), όπως ατυχώς αναφέρεται στο ΔΦΑ, αλλά διττός-σύνθετος [ŋ+μ], δηλ. [ɱ] (αŋmbέλι ή αɱbέλι).
Διיαφορετικά θα έπρεπε να πούμε και [έmψυχο], αν̖τί του ορθού [έɱψυχο], που όλοι μας λέμε.
Εξάλλου, όπου: ψ (διπλό σύμφωνο) = π+σ, δηλ. στον ήχο του ενυπάρχει το [π], που είναι η άηχη απόδοση του [μπ].
Και ό,τι ισχύει για έναν άηχο φθόγ̖γο ισχύει και για το φωνητικό του ζεύγος, δηλ. για τον αν̖τίστοιχο ηχηρό.

π.χ. στη συνεκφώνηση του τελικού [ν] κάποιων λέξεων, με το αρχικό [ψ] της επόμενης λέξης:
τον ψαρά (= τον πσαρά ⇒ τοŋmb̥+σαρά ⇒ τοŋmb̥z̥αρά ή τοɱb̥z̥αρά)

Ομοίως, για τους προαναφερθέν̖τες λόγους, στα συμφωνικά συμ̖πλέγματα -ντζ [όπου: τζ (διπλό σύμφωνο) = ντ+ζ] και -ντσ, δεν προφέρουμε το φατνιακό [ν], όπως αναφέρεται στο ΔΦΑ, αλλά το μαλακοϋπερωικό [ŋ].

π.χ.: λέμε [νεράŋτζι], [ίŋτσα] και όχι [νεράντζι], 
[ίντσα] (όπως δηλ. γράφον̖ται οι λέξεις).

Οι παραπάνω επισημάνσεις δε γίνον̖ται απλώς για την ορθότητα της προφοράς, αλλά γιατί οδηγούν σε εσφαλμένες αποδόσεις φθόγ̖γων (υπερτονισμούς-αλλοιώσεις), που δεν υφίσταν̖ται στην Κοινή Νεοελληνική.
Κι αυτό γιατί οι ήχοι τουλάχιστον κάθε εξελιγμένης γλώσσας -πόσω μάλλον της Ελληνικής- δεν είναι διיόλου τυχαίοι. Είναι απολύτως ακριβείς και σχετίζον̖ται μεταξύ τους, ώστε να υπάρχει πλήρης συμφωνία, δηλ. αρμονικό συν̖ταίριασμα κατά την εκφορά τους.

Προφέρον̖τας κανείς, στην περίπτωση των [τσ], [τζ], το φατνιακό αν̖τί για το μαλακοϋπερωικό [ν], είναι πιο επιρρεπής στο να αποδώσει ένα παχύ τσ (tʃ) ή τζ (dʒ), αφού η άκρη της γλώσσας τείνει να παραμείνει στο άνω φατνιακό τόξο, αν̖τί να κατέβει.


 
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:   `   τα ευ̖φωνικά [ŋ] και [ɱ] πριν από τα δίψηφα σύμφωνα.

             י    η προφορά των διφθόγ̖γων χωριστά.

             o   η άτονη φώνηση του [ζ] και του δδίψηφου συμφώνου.


Άρης Βαφιάς - MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΟΥΣΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ ΠΕΡΝΑ ΠΛΕΟΝ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ


                                           


Η orthophonia.gr αποχαιρετά τη μούσα της σύγχρονης Ελλάδας Κική Δημουλά. 
Την εμ̖πνευσμένη ποιήτρια της ζωής, της καθημερινότητας, της υπαρξιακής αγωνίας, του στοχασμού και της χαρμολύπης· με την ευγένεια της ψυχής, την αισθαν̖τικότητα, τη σκωπτική διיάθεση, την ευρηματική λεξιπλασία, την ενάργεια και την αφοπλιστική αμεσότητα, που αναχώρησε για την Αιωνιότητα.


Ο ΠΛΗΘΥN̖TΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
(Από την ποιητική συλλογή: «Το λίγο του κόσμου», 1971)

Ο έρωτας,
όνομα ουσιיαστικόν,
πολύ ουσιיαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού, ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυν̖τικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιיαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυν̖τικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από 'δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιיαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυν̖τικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από 'δω και πέρα.

ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:   `   το ευ̖φωνικό [ŋ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.
                 
              י   η προφορά των φθόγ̖γων χωριστά.

Άρης Βαφιάς - MA RCSSD

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ - Η ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ





Από την Εισαγωγή:


Η πρώτη σελίδα του βιβλίου:


Μερικά αποσπάσματα από το Πρώτο Κεφάλαιο:


Απόσπασμα από το Πέμπτο Κεφάλαιο:


Φωτογραφία από το οπισθόφυλλο:



Άρης Βαφιάς - MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής