Ένρινον είναι και το [γ], όταν ευρίσκεται προ των ουρανικών [κ], [γ], [χ] ή προ του [ξ]: άγκυρα, αγγείον, άγχω, άγξω (Αχιλλέας Τζάρτζανος) ▪ Συλλογιστείτε πώς προφέρεται το πρώτο [γ] στις λόγιες <παγγερμανισμός>, <παγγνωσία> ή <συγγνωστός>, στις οποίες, κατ’ εξαίρεση, δεν έχουμε τροπή του δεύτερου συμφώνου ▪ Αρκετές φορές, τα [μπ] και [ντ] μέσα στη λέξη είναι οι άλλες μορφές των [μβ] και [νδ]: κόμβος → κόμ̂πος, ένδεκα → έν̂τεκα ▪ Αυτό που ουσιיαστικά τρέπεται είναι το δεύτερο σύμφωνο ▪ Όταν γράφω και τα δίψηφα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] αφορούν δύο φθόγ̂γους, προσθέτω ένα διיακριτικό ώστε να αναγνωρίζουν απαξάπαν̂τες πώς προφέρον̂ται ▪ Τα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] είναι δίψηφα σύμφωνα, ενώ τα [γ̂γ/γ̂κ], [μ̂π], [ν̂τ] συμφωνικά συμ̂πλέγματα ▪ Τα συμφωνικά συμ̂πλέγματα δε μονοφθογ̂γίζον̂ται (!) ▪ Το σωστό είναι να αναφερόμαστε σε έρρινα συμ̂πλέγματα και όχι σε έρρινα και άρρινα δίψηφα, παρόλο που τα γραφήματά τους ονομάζον̂ται δίψηφα σύμφωνα ▪ Αν δε γίνει η αναγ̂καία γραπτή διיάκριση ανάμεσα στα έρρινα συμ̂πλέγματα και τα δίψηφα σύμφωνα, σε λίγον καιρό θα αναφερόμαστε στην αλλοίωση και τον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (κόμπος [b] ⇔ κόβος, έντεκα [d] ⇔ έδεκα, άγγελος [g] ⇔ agel ≠ angel < άγ̂γελος) ▪ Εάν θέλουμε να μιλούμε σωστά, να μάθουμε να ορθογραφούμε τα δίψηφα: να τα γράφουμε με το γνι [γ̂], το μίγμα [μ̂] και το νίγμα [ν̂]

Πέμπτη 27 Μαΐου 2021

ΟΙ ΕΥ̖ΦΩΝΙΚΕΣ ΣΥΝΗΧΗΣΕΙΣ ΣΥΜΦΥΤΕΣ ΚΑΙ ΖΩN̖TΑΝΕΣ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΜΑΣ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΤΑ ΒΑΡΙΑ ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΜΕ ΣΤΙΧΟ ΜΙΑ ΛΑΪΚΟΤΕΡΗ ΜΟΡΦΗ ΓΛΩΣΣΑΣ



ΣΤΗΝ ΑΔΙ'ΑΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Ο ΕΚΦΥΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ


Πολλές φορές με ρωτούν οι μαθητές μου, στις Δραματικές Σχολές που διδάσκω, πώς προφέρον̖ται τα δίψηφα σύμφωνα σε κείμενα θεατρικών έργων, όπως τα «Κόκκινα φανάρια» του Γαλανού, η «Στέλλα με τα κόκκινα γάν̖τια» του Καμ̖πανέλλη, το «Τάβλι» του Κεχαΐδη, η «Αγ̖γέλα» του Σεβαστίκογλου κ.ά., όπου ο ήρωας είναι λαϊκός και τους απαν̖τώ, όπως ακριβώς και στα υπόλοιπα έργα.

Δηλ. σύμφωνα με τους κανόνες προφοράς που διέπουν την κοινή μας γλώσσα, αφού αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της λαϊκής μας παράδοσης και κατ’ επέκταση της ίδιας της γλώσσας.

Άλλοτε πάλι χρειάζεται να επιμείνω περισσότερο, παραθέτον̖τάς τους τα ανάλογα επιχειρήματα, προκειμένου να μπορέσω να κάμψω την εύλογη δυσπιστία τους, η οποία οφείλεται πρώτιστα στα λανθασμένα καθημερινά τους ακούσματα.

Δε φταίνε τα παιδιά γι’ αυτό! Κατανοώ και δικαιολογώ πλήρως την άγνοιά τους ή την παράλειψή τους αυτή, όπως αν̖τιλαμβάνομαι και την αγωνία που τα διיακατέχει, όταν τελικά συνειδητοποιούν αυτό το σημαν̖τικό κενό γνώσης, αφού οι ευ̖φωνικές συνηχήσεις και εν γένει οι κανόνες προφοράς πρέπει να ξεκινούν να διδάσκον̖ται από την πρώτη μέρα στο Σχολείο, παράλληλα με τη γραφή και την ανάγνωση, και όχι να περιμένει κανείς να πάει -αν ποτέ πάει- σε μια Δραματική Σχολή για να μάθει πώς πρέπει να προφέρει τη γλώσσα του!

Ωστόσο είναι λυπηρό και συνάμα εξοργιστικό να διיαπιστώνει κάποιος, πως το στοιχειώδες και το αυτονόητο δεν περιλαμβάνεται στη βασική του παιδεία.

Ακόμη όμως πιο εξοργιστικό και στενάχωρο είναι το γεγονός ότι η Πολιτεία, ενώ γνωρίζει, δεν κάνει απολύτως τίποτε για να διορθώσει τα κακώς κείμενα στην προφορά! Λες και γλώσσα μας είναι μόνο ο γραπτός λόγος και ουχί ο προφορικός.

Ακολουθούν 12 -λίγο πολύ τραγουδισμένα απ’ όλους μας- ρεμπέτικα, από τα τόσα που έχουν γραφτεί, τα οποία απαν̖τούν με τον καλύτερο τρόπο σε όσους ακόμη πιστεύουν ότι η άρρινη προφορά είναι αποδεκτή και δεν αποτελεί κίνδυνο ή ολίσθημα για τη γλώσσα.

- Καλή σας ακρόαση!


ΗΣΟΥΝΑ ΞΥΠΟΛΥΤΗ [ΠΑΞΙΜΑΔΟΚΛΕΦΤΡΑ] (1930)

Στίχοι: Τέτος Δημητριάδης

Μουσική - Ερμηνεία: Κώστας Μπέζος (ψευδώνυμο Α. Κωστής)

 

Ήσουνα ξυπόλυτη και γύριζες στους δρόμους

τώρα που σε πήρα ‘γω γυρεύεις ιπποκόμους

Ήσουνα ξυπόλυτη και μάζευες ‘κοσάρια

τώρα που σε πήρα ‘γω γυρεύεις κατοστάρια

Ρε ‘σουνα αδέκαρη και μάζευες ραδίκια

τώρα που σε πήρα ‘γω γυρεύεις σκουλαρίκια

Με χίλια χρόνια φυλακή τιμώρησα το Χάρο

να ‘σαι πάν̖τα λεύτερη μαζί σου να γουστάρω

Ήσουνα ξυπόλυτη και τάιζες κοκόρους

τώρα που σε πήρα ‘γω ζητάς αεροπόρους

Τα ζάρια μου τα κούνησα και ήρθαν έξι πέν̖τε

παν’ δυο μπάτσοι στη γωνιά, τους πάει πέν̖τε πέν̖τε


ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΥΡΑ ΦΡΥΔΙΑ (1936)

Στίχοι - Μουσική: Mάρκος Βαμβακάρης

Ερμηνεία: Μάρκος Βαμβακάρης - Κώστας Ρούκουνας

Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά

άσπρο πρόσωπο σαν κρίνος [→ σαγ̖κρίνος] και στο μάγουλο

ελιά (δις)

Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά

Τέτοια εμορφιά ποτές μου αχ! τσαχπίνα μου γλυκιά

δεν την [→ δεν̖την] έχω απαν̖τήσει εις ετούτο τον ντουνιά [→

τον̖τουνιά] (δις)

Τέτοια εμορφιά ποτές μου αχ! τσαχπίνα μου γλυκιά

Μαυρομάτα μου για σένα εκατάν̖τησα τρελός

θα πεθάνω, δεν αν̖τέχω, έχω γίνει φθισικός (δις)

Μαυρομάτα μου για σένα εκατάν̖τησα τρελός

Πόνους έχω εγώ κρυμμένους μες στα φύλλα της καρδιάς

με τα μάγ̖κικά σου μάτια, όταν φως μου με κοιτάς (δις)

Πόνους έχω εγώ κρυμμένους μες στα φύλλα της καρδιάς


ΤΟΥ ΒΟΤΑΝΙΚΟΥ Ο ΜΑΓ̖ΚΑΣ

Στίχοι: Λάκης Τσώλης

Μουσική - Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Από την ελληνική ταινία: «Οι χαραμοφάηδες» (1961)

Του Βοτανικού ο μάγ̖κας πέθανε την Κυριακή [→ τηγ̖κυριακή]

και τον κλάψαν [→ τογ̖κλάψαν] οι κοπέλες κι όλοι οι φίλοι οι

καρδιακοί

Του Βοτανικού το μάγ̖κα, το καλύτερο παιδί

στα μπουζούκια, στις ταβέρνες πια κανείς δε θα το δει (δις)

Του Βοτανικού ο μάγ̖κας είχε ωραίο παρελθόν

απ’ τα γλέν̖τια και απ’ τους μάγ̖κες θα ’ναι τώρα πια απών

Του Βοτανικού το μάγ̖κα, το καλύτερο παιδί

στα μπουζούκια, στις ταβέρνες πια κανείς δε θα το δει (δις)

Πάν̖τα όμορφα γλεν̖τούσε και δεν έκανε κακό

και τον αγαπούσαν όλοι μέσα στο Βοτανικό

Του Βοτανικού το μάγ̖κα, το καλύτερο παιδί

στα μπουζούκια, στις ταβέρνες πια κανείς δε θα το δει (δις)



Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑN̖TΡΕΣ

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος

Μουσική: Μάνος Λοΐζος

Ερμηνεία: Ελένη Ροδά

Από την ελληνική ταινία: «Τρούμπα1 ‘67» (1967)

1Η συγ̖κεκριμένη τοπωνυμία εν̖τάσσεται στις εξαιρέσεις, γι’ αυτό το δίψηφο σύμφωνο προφέρεται ατόφιο.

Το πλαστό το πασαπόρτι

σαν και [→ σαγ̖και] την καρδιά [→ τηγ̖καρδιά] σου μόρτη

σαν την κάλπικη [→ σαν̖τηγ̖κάλπικη] καρδιά σου

τη σκληρή

Μη βρον̖τοχτυπάς τις χάν̖τρες

η δουλειά κάνει τους άν̖τρες

το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί (δις)

Ρημαδιό ζωή και σπίτι

απ’ τα χούγια σου αλήτη

που μετράς το αν̖τριλίκι

με βρισές

Μη βρον̖τοχτυπάς τα ζάρια

όσοι είναι παλληκάρια

τη ζωή τους την περνούν [→ τημ̖περνούν] στις σκαλωσές (δις)


ΕΜΑΘΑ ΠΩΣ ΕΙΣΑΙ ΜΑΓ̖ΚΑΣ

Στίχοι: Δήμητρα Σκαρβέλη

Μουσική: Κώστας Σκαρβέλης

Ερμηνεία: Χρηστάκης (Χρήστος Σύρπος)

Από την ελληνική ταινία: «Ο Τυχεράκιας» (1968)


Έμαθα πως είσαι μάγ̖κας

είσαι και μερακλής

πως γυρίζεις στις ταβέρνες

είσαι και μπελαλής (δις)

έμαθα πως είσαι μάγ̖κας

είσαι και μερακλής

Τουρνέ και τούρνε, τουρνενέ

πες το βρε μάγ̖κα, βρε μάγ̖κα μου το ναι

Πες το βρε μάγ̖κα, βρε μάγ̖κα μου το ναι

τουρνέ και τούρνε, τουρνενέ

Έμαθα πως παίζεις ζάρια

στις λέσχες πως γυρνάς

και στο σπίτι σου τα βράδια

ποτέ σου δεν πατάς [→ δεμ̖πατάς] (δις)

έμαθα πως παίζεις ζάρια

στις λέσχες πως γυρνάς

Τουρνέ και τούρνε, τουρνενέ

πες το βρε μάγ̖κα, βρε μάγ̖κα μου το ναι

Πες το βρε μάγ̖κα, βρε μάγ̖κα μου το ναι

τουρνέ και τούρνε, τουρνενέ


ΕΝΑΣ ΜΑΓ̖ΚΑΣ ΣΤΟ ΒΟΤΑΝΙΚΟ (παραδοσιακό ρεμπέτικο1)

Διיασκευή: Σπύρος Ζαγοραίος

Ερμηνεία: Σπύρος Ζαγοραίος - Μαρίνα Βολουδάκη

1πιθανόν από το τουρκ. ribat, με το δίψηφο σύμφωνο να είναι άρρινο.

Ένας μάγ̖κας στο Βοτανικό

στο πι και φι ξηγιέται στο πλεκτό

στα μπουζούκια και στα καμπαρέ2

και μέσα στο δικό μας το καρέ

Μαστουριάζει και μπαφιάζει

με την γκόμενά [→ τηγ̖κόμενά] του στον τεκέ [→ στον̖τεκέ]

και η Αγ̖γέλω τού πατάει

αφράτο ναργελέ

Ήτανε μάγ̖κας, ήτανε μπελαλής

στο Βοτανικό ο πιο νταής

και τονε ετρέμαν όλες οι μαγ̖κιές

γιατί κάνει στα σπαθάτα τις δουλειές 

Μαστουριάζει και μπαφιάζει

με την γκόμενά [→ τηγ̖κόμενά] του στον τεκέ [→ στον̖τεκέ]

και η Αγ̖γέλω τού πατάει

αφράτο ναργελέ (δις)

2 με το δίψηφο σύμφωνο να είναι άρρινο (γαλλ. cabaret < λατιν. camera < ελλην. καμάρα - αν̖τιδάνειο).


ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ

Στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης - Αλέκος Γκούβερης

Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης

Ερμηνεία: Βασίλης Τσιτσάνης - Καίτη Γκρέι

Από την ελληνική ταινία: «Ορφανή σε ξένα χέρια» (1962)


Συννεφιασμένη Κυριακή

μοιάζεις με την καρδιά [→ τηγ̖καρδιά] μου

που έχει πάν̖τα συννεφιά

Χριστέ και Παναγιά μου (δις)

Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή [→ σαγ̖κιαυτή]

που ‘χασα τη χαρά μου

συννεφιασμένη Κυριακή

ματώνεις την καρδιά [→ τηγ̖καρδιά] μου (δις)

Όταν σε βλέπω βροχερή

στιγμή δεν ησυχάζω

μαύρη μού κάνεις τη ζωή

και βαριαναστενάζω (δις)


ΤΑ ΜΑΤΟΚΛΑΔΑ ΣΟΥ ΛΑΜ̖ΠΟΥΝ

Στίχοι - Μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης

Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Από την ελληνική ταινία: «Εμείς τα μπατιράκια» (1963)


Τα ματόκλαδά σου λάμ̖πουν βρε

σαν τα [→ σαν̖τα] λούλουδα του κάμ̖που

σαν τα [→ σαν̖τα] λούλουδα του κάμ̖που βρε

τα ματόκλαδά σου λάμ̖πουν

Τα ματόκλαδά σου γέρνεις βρε

νου και λογισμό μού παίρνεις

νου και λογισμό μού παίρνεις βρε

τα ματόκλαδά σου γέρνεις

Τα ματάκια σου αδερφούλα βρε

μου ραγίζουν την καρδούλα [→ τηγ̖καρδούλα]

μου ραγίζουν την καρδούλα [→ τηγ̖καρδούλα] βρε

Τα ματάκια σου αδερφούλα

Τα ματάκια σου να βγούνε βρε

σαν και [→ σαγ̖και] μένα δεν θα βρούνε

σαν και [→ σαγ̖και] μένα δεν θα βρούνε βρε

Τα ματάκια σου να βγούνε


ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ1 [Μ’ ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ ΚΑΙ ΒΑΠΟΡΙΑ] (1972)

Στίχοι - Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος

Ερμηνεία: Σωτηρία Μπέλλου

1από το τουρκ. zeybek, με το δίψηφο σύμφωνο να είναι άρρινο.

Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια

και με τους φίλους τους παλιούς

τριγυρνάμε στα σκοτάδια

κι όμως εσύ δε μας ακούς

Δε μας ακούς που τραγουδάμε

με φωνές ηλεχτρικές

μες στις υπόγειες στοές

ώσπου οι τροχιές μας συναν̖τάνε

τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο Μπάτης

ήρθ’ απ’ τη Σμύρνη το ’22

κι έζησε πενήν̖τα χρόνια

σ’ ένα κατώι μυστικό

Σ’ αυτόν τον τόπο [→ τον̖τόπο] όσοι αγαπούνε

τρώνε βρόμικο ψωμί (δις)

κι οι πόθοι τους ακολουθούνε

υπόγεια διיαδρομή

Χθες το βράδυ είδα έναν φίλο

σαν ξωτικό [→ σαγ̖κz̥ωτικό] να τριγυρνά

πάνω στη μοτοσικλέτα

και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα

βάλε στα ρούχα σου φωτιά

βάλε στα όργανα φωτιά

να τιναχτεί σα μαύρο πνεύμα

η τρομερή μας η λαλιά


ΤΗΣ ΓΕΡΑΚΙΝΑΣ ΓΙΟΣ (1975)

Στίχοι: Κώστας Βίρβος 

Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης

Ερμηνεία: Βασίλης Τσιτσάνης - Λιζέτα Νικολάου

Μα εγώ δε ζω γονατιστός

είμαι της γερακίνας γιος (δις)

Τι κι αν μ’ ανοίγουνε πληγές

εγώ αν̖τέχω τις φωτιές (δις)

Μάνα μη λυπάσαι, μάνα μη με κλαις

Ούτε στρώμα να πλαγιάσω,

ούτε φως για να διαβάσω

το γλυκό σου γράμμα, ωχ, μανούλα μου

Καλοκαίρι κι είναι κρύο

ένα μέτρο επί δύο

είναι το κελί μου, ωχ, μανούλα μου

Μα εγώ δε ζω γονατιστός

είμαι της γερακίνας γιος (δις)

Τι κι αν μ’ ανοίγουνε πληγές

εγώ αν̖τέχω τις φωτιές (δις)

Μάνα μη λυπάσαι, μάνα μη με κλαις

Ένα ρούχο ματωμένο

στρώνω για να ξαποσταίνω

στο υγρό τσιμέν̖το, ωχ, μανούλα μου

Στο κελί το διπλανό μου

φέραν κάποιον αδελφό μου

πόσα θα τραβήξει, ωχ μανούλα μου

Μα εγώ δε ζω γονατιστός

είμαι της γερακίνας γιος (δις)

Τι κι αν μ’ ανοίγουνε πληγές

εγώ αν̖τέχω τις φωτιές (δις)

Μάνα μη λυπάσαι, μάνα μη με κλαις

  

ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΕΡΣΙΑ (1977)

Στίχοι - Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης

Ερμηνεία: Βασίλης Τσιτσάνης - Λιζέτα Νικολάου

Το βαπόρι απ’ την Περσία [→ τημ̖περσία] (τρις)

πιάστηκε στην Κορινθία [→ στηγ̖κορινθία]

Τόνοι έν̖τεκα γεμάτο

με χασίσι μυρωδάτο

Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια

που θα μείνουνε χαρμάνια (δις)

Βρε κουρνάζε μου τελώνη (τρις)

τη ζημιά ποιος την πληρώνει [→ τημ̖πληρώνει]

Και σ’ αυτή την ιστορία

μπήκαν τα λιμεναρχεία

Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια

που θα μείνουνε χαρμάνια (δις)

Ήταν προμελετημένοι (τρις)

καρφωτοί και λαδωμένοι

Δυο μεμέτια, τα καημένα

μεσ’ στο κόλπο ήταν μπλεγμένα

Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια

που θα μείνουνε χαρμάνια (δις)


ΣΤΟΥ ΘΩΜΑ (Απόσπασμα από τηλεοπτική εκπομ̖πή)

Στίχοι: Κώστας Φέρρης

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος

Ερμηνεία: Τάκης Μπίνης - Μαρία Σουλτάτου

Έλα απόψε στου Θωμά

να σου παίξω μπαγλαμά

Να κατέβουν οι αγ̖γέλοι

να χορέψουν τσιφτετέλι (δις)

Κι αν μερακλωθείς πολύ

και σ’ αρέσει το βιολί (δις)

με βιολί σανיτουροβιόλι1

θα χορέψουν οι διαβόλοι (δις)

Στου Θωμά το μαγαζί

θα φτιαχτούμε όλοι μαζί

Μα στο νόημα για να ‘μπεις

θα σου εξηγήσει ο Μπάμπης2 (δις)

Του Γιωργάκη η δοξαριά

θα σου κόψει τη μιλιά (δις)

Κι η Μαρίκα με το ντέφι

θα γελάει και θα σου γνέφει (δις)

Κι αν μερακλωθείς πολύ

και σ’ αρέσει το βιολί (δις)

με βιολί σανיτουροβιόλι

θα χορέψουν οι διαβόλοι (δις) 

1 με το πρώτο συνθετ. να είναι τουρκ. δάνειο (santur), το δίψηφο σύμφωνο να διיατηρεί την προφορά του λατιν. συμ̖πλέγματος και το [ν] να αν̖τιστοιχεί στο άγμα [ŋ].

2 υποκοριστικό του Χαράλαμ̖πος, με το δίψηφο σύμφωνο να προφέρεται ατόφιο, λόγω της άμεσης επανάληψής του (ηχητική ακολουθία).


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ:

 Όπου:   `   το ευ̖φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

              '    η εκφορά των φθόγ̖γων χωριστά.

             z̥    η άτονη προφορά του [ζ].                      


Όπως ήδη θα διיαπιστώσατε, ακούγον̖τας τα παραπάνω τραγούδια, κανένα γλωσσικό ιδίωμα, όσο λαϊκό ή αργκό και εάν είναι, δεν μπορεί να πλήξει και να αλλοιώσει την προφορά της γλώσσας, παρά μόνο η απαξίωση και η ακηδία.

Μόνο όταν η γλώσσα εγ̖καταλειφθεί και αφεθεί στη μοίρα της, ό,τι δηλ. γίνεται σήμερα με τον Προφορικό Λόγο -μονίμως απούσης της Ορθοφωνίας από τις Παιδαγωγικές Σχολές, η οποία θα μπορούσε να επιμορφώσει τους Δασκάλους ώστε να μάθουν τα παιδιά μας να προφέρουν σωστά- μπορεί να συμβεί αυτό.

Πότε επιτέλους θα καταλάβουμε ότι στη γλωσσική μας παράδοση και κατ’ επέκταση στην Κοινή Νεοελληνική, υπάρχει μόνο η έρρινη προφορά απέναν̖τι στην άγνοια ή στη σύγχυση που επικρατεί στην απόδοση των δίψηφων συμφώνων, με συνέπεια να οδηγούμαστε στην κακοφωνία και στον ψευδισμό και ότι το Υπουργείο Παιδείας θα πρέπει να δώσει άμεσα, οριστική λύση σε ένα θέμα μείζονος σημασίας, που εδώ και πάρα πολύν καιρό ταλανίζει και φθείρει τη γλώσσα μας;

Κάθε επερχόμενη γενιά απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την έρρινη προφορά της, με την Πολιτεία πλέον να βρίσκεται απέναν̖τι σε μία μεγάλη ιστορική ευθύνη: 

Θα πρέπει να αναλογιστεί αν οι ευ̖φωνικές συνηχήσεις, οι οποίες μας έχουν ανά τους αιώνες κληροδοτηθεί και συνδέουν άμεσα όλες τις μορφές της γλώσσας των προγόνων μας με τη σημερινή, δηλ. την Κοινή Νεοελληνική, ούσες ζών̖τα στοιχεία της πολιτισμικής μας κληρονομιάς και φέρουσες αισθητικό, ετυμολογικό και σημασιολογικό χαρακτήρα -όπως έχω επανειλημμένως σε προηγούμενα άρθρα μου τεκμηριώσει και αναφερθεί- θα διיατηρηθούν, ή θα συνεχίσουν να φθίνουν με τάχιστους ρυθμούς και σύν̖τομα, οριστικά, θα χαθούν...

Εάν έχει επίγνωση της κρισιμότητας του ζητήματος και της σημασίας τους, θα πρέπει εφεξής να πράξει τα πάν̖τα για να διיαφυλαχθούν!




Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

Τα πνευματικά δικαιώματα των τραγουδιών, όπως και τα βίντεο, ανήκουν στους δημιουργούς τους και η χρήση τους γίνεται, αποκλειστικά, για εκπαιδευτικούς λόγους.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΟΚΟΒΙΤΣ – ΕΝΑΣ ΑΚΑΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΕΡΓΑΤΗΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

 

 


Ένας από τους ωραιότερους και δυσκολότερους ανδρικούς μονολόγους του κλασικού ρεπερτορίου είναι ο Εξάγ̖γελος από τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή· την κορυφαία τραγωδία που γράφτηκε ποτέ και τον οποίο -κατά καιρούς- διδάσκω στις Δραματικές Σχολές, σε μετάφραση Φώτου Πολίτη.

Στο παρακάτω βίντεο ερμηνεύεται από το Στέλιο Βόκοβιτς, έναν ακάματο και σπουδαίο εργάτη της Τέχνης και του Λόγου, που υπήρξε υπόδειγμα ήθους, συνέπειας και σεμνότητας.


 ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ - ΙΑΠΩΝΙΑ (ΜΑΡΤΙΟΣ 1974)*

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ

Σκηνοθεσία: Τάκης Μουζενίδης

Εξάγ̖γελος: Στέλιος Βόκοβιτς

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΟΙΔΙΠΟΔΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΟΚΑΣΤΗΣ

*Στην παράσταση ο Μάνος Κατράκης υποδυόταν τον Οιδίποδα και ο πατέρας μου το Θεράπον̖τα του Λαΐου.


Απόδοση των ευ̖φωνικών συνηχήσεων σύμφωνα με την παραπάνω ερμηνεία:


Ω τιμημένοι αρχόν̖τοι αυτής της χώρας,

τι θ᾽ ακούσετε, τι θα δείτε, πόση

λύπη θα πάρτε, αν, πιστοί [→ αμ̖πιστοί] στη γενιά σας,

το αρχον̖τικό τιμάτε του Λαβδάκου.

Μήτε ο Ίστρος, μήτε ο Φάσης δεν ξεπλένει [→ δεγ̖κz̥επλένει]

το σπίτι αυτό από τα κρίματα, όσα κρύβει

κι όσα φάνουν ταχιά, και που δεν είναι

άθελες συφορές. Πιότερο ο πόνος

θλίβει, αν φανεί πως τον διάλεξες ο ίδιος.

…………………………………………

Σας το λέω με δυο λόγια τώρα μόνο

και θα τ᾽ ακούστε· πέθανε η Ιοκάστη.

…………………………………………

Απ᾽ τα ίδια της τα χέρια, μα δεν ήσαστε

μπροστά, το πιο πικρό να δείτε απ᾽ όλα.

Όσο όμως με βοηθήσει η μνήμη, εκείνης

της δύστυχης θα μάθετε τη μοίρα.

Σα διάβη αλαλιασμένη το κατώφλι,

στο νυφικό ορμά δώμα, με τα δυο της

ξεριζώνον̖τας χέρια τα μαλλιά της.

Κι ως μπήκε, με ορμή κλείνον̖τας τις πόρτες,

το Λάιο, το νεκρό από χρόνια, κράζει,

κι αναθυμάται το παλιό του σπέρμα,

που από κείνο σκοτώθη, αφήνον̖τάς τη

με το γιο της γενιά να σπείρει ανόσια.

Και θρηνούσε την κλίνη [→ τηγ̖κλίνη] όπου η έρμη εγέννα

από τον άν̖τρα άν̖τρα, παιδιά απ᾽ το παιδί της.

Πώς ύστερα απ᾽ αυτά εχάθη δεν ξέρω [→ δεγ̖κz̥έρω],

γιατί χύμηξε με άγριο βόγ̖κο ο Οιδίπους

και πια κανείς δεν είδε τη θανή της,

μα εκείνον όλοι, που εδώ κι εκεί πλανιούν̖ταν.

Τρέχει τρελά, ζητών̖τας μας μαχαίρι,

και τη γυναίκα — όχι! τη μάνα του, όπου

να ᾽ναι, τη μάνα αυτού και των παιδιών [→ τωμ̖παιδγιών] του.

Στη λύσσα του, είχε, λες, θεό οδηγό του,

τι δεν του [→ δεν̖του] έδειξε τίποτα κανείς μας.

Και με ούρλιασμα άγριο, ως να τον σπρώχνει κάποιος,

στις διπλές πόρτες πέφτει· στους αρμούς τους

τα μάν̖ταλα λυγούν, κι ορμά στο δώμα.

Και είδαμε την Ιοκάστη κρεμασμένη

με πλεχτό βρόχο, από σκοινί που εσειούν̖ταν [→ εσχειούν̖ταν].

Σαν τη [→ σαν̖τη] θωρεί εκείνος, βαριά μουγ̖κρίζει

και λύνει τη θηλιά· κι άμα σωριάστη

χάμω η φτωχή, ποιαν αν̖τικρίζω φρίκη!

Σπάζει αυτός τις χρυσές πόρπες που εκράτουν

το φόρεμά της, τις αρπά και μπήγει

τις βελόνες στις κόγχες των ματιών του

σκούζον̖τας: «Να μη δείτε πια

τα όσα έπραξα φριχτά, κι όσα έχω κάνει,

σε σκοτάδι να βλέπω όσους δεν πρέπει [→ δεμ̖πρέπει],

να μη νιώθω όσους ποθούσα να ξέρω».

Κι ανοίγον̖τας τα βλέφαρα, χτυπούσε

ολοένα· κι οι πυρροί βολβοί τού εβρέχαν

τα γένια, κι ούτε ανάβρυζαν σα στάλες

μονάχα υγρές, μα τον περέχυνε [→ τομ̖περέχυνε] όλον

μαύρη βροχή, μαύρο χαλάζι από αίμα.

Έτσι ήρθε η συμφορά κι από τους δυο αν̖τάμα

και ξέσπασε όμοια [→ όμνοια] σ’ άν̖τρα και γυναίκα.

Η αρχαία ευτυχία τους, σε παλιά χρόνια, ήταν

ευτυχία αληθινή· τώρα είναι θρήνος,

στεναγμός, ντροπή, θάνατος, κι η λύπη

η δική τους του κόσμου όλη, ό,τι όνομα έχει.



ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:    `      το ευ̖φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

               z̥       η άτονη προφορά του [ζ].

             γ/χ     η απαλή συνήχηση του μαλακοϋπερωικού συμφώνου, μετά τη συνίζηση της διφθόγ̖γου. Στην περίπτ. του εσειούν̖ταν, για χάρη της δραματικής κορύφωσης (ηχοκινητική διיάθεση).

              ν       η συνήχηση του έρρινου σκληρο-ουρανικού συμφώνου, στην περίπτ. του όμοια, για χάρη του μέτρου.


Με την ευχή και την ελπίδα να ξαναδούμε σύν̖τομα ανάλογες παραστάσεις από το Εθνικό μας Θέατρο στον Ιερό χώρο της Επιδαύρου, που, δυστυχώς, εδώ και τόσον καιρό μας έχουν λείψει, όπως και οι εμ̖πνευσμένοι δάσκαλοι-δημιουργοί στο χώρο του Θεάτρου και των Σχολών!   


Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

Παρασκευή 21 Μαΐου 2021

ΘΑΝΟΣ ΚΩΤΣΟΠΟΥΛΟΣ - ΜΙΑ ΣΗΜΑN̖TΙΚΗ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ, ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

 



Παρακάτω, ο Θάνος Κωτσόπουλος -μία από τις ωραιότερες φωνές του Θεάτρου- απαγ̖γέλει τον αγαπημένο μονόλογο του Αγ̖γελιαφόρου από τους Πέρσες του Αισχύλου, στη βράβευσή του από την Ελληνογαλλική Σχολή για την προσφορά του στο χώρο τού Θεάτρου και των Γραμμάτων.

Επέλεξα τον αείμνηστο καλλιτέχνη και τη διיόλου τυχαία απαγ̖γελία του, γιατί έχει συμβολικό χαρακτήρα και αποτελεί για όλους μας σημαν̖τική παρακαταθήκη, αφού μας διδάσκει: τι εν̖τέλει σημαίνει ηθοποιός (η απαγ̖γελία χρονολογείται το 1990, όταν ο ίδιος ήταν ήδη 79 ετών), ποια είναι η σπουδαιότητα της Ορθοφωνίας στο Θέατρο, και δη στην απόδοση των έργων του κλασικού ρεπερτορίου, ενώ ταυτόχρονα δεν παραλείπει να μας υπενθυμίζει: τις ρίζες μας, ποιες είναι οι αξίες μας και πού πρέπει ως Έθνος να εγ̖κύψουμε.

Άλλωστε η Ελλάδα, διיαχρονικά, δεν έχει τίποτε πιο ουσιיαστικό να επιδείξει, πέρα από πνευματικές αξίες και έργα που εξυψώνουν τον Άνθρωπο, που δημιουργούν και αναδεικνύουν τον Πολιτισμό! 

 

ΑΙΣΧΥΛΟΥ ΠΕΡΣΕΣ - ΑΓ̖ΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ)

Μετάφραση: Ιωάννης Γρυπάρης

Απαγ̖γελία: Θάνος Κωτσόπουλος

 
Απόδοση των ευ̖φωνικών συνηχήσεων:

Αρχή στην πάσα [→ στημ̖πάσα] συμφορά, δέσποινα, κάποια

θεϊκιά κατάρα ή πονηρόν έκαμε πνεύμα,

που φάνηκε από πού δεν ξέρω [→ δεγ̖κz̥έρω]· γιατί κάποιος

Έλληνας ήρθε από το στρατό των Αθηναίων

κι είπε στο γιo σου Ξέρξη αυτά: πως άμα πέσει

της μαύρης νύχτας το σκοτάδι, δε θα εμέναν

οι Έλληνες άλλο, μα στων καραβιών [→ στωγ̖καραβγιών] θα

ορμούσαν τα σκαμνιά πάνω, για να σώσει όπου προφτάσει

καθένας με κρυφή φευγάλα τη ζωή του·

Και κείνος άμα τ᾽ άκουσε, χωρίς να νιώσει

το δόλο του Έλληνα, ούτε των θεών το φθόνο,

σ᾽ όλους τους ναύαρχούς του αυτή τη διάτα [→ δγιάτα] βγάζει:

Σαν παύσουν [→ σαμ̖παύσουν] να φλογίζουνε του ήλιου οι αχτίνες

τη γη, κι απλώσει το σκοτάδι στον αιθέρα,

σε τρεις σειρές να τάξουν τα πολλά καράβια

για να φυλάξουν τα στενά και τα πολύβουα

περάσματα της θάλασσας, κι ολόγυρα άλλα

το θείο του Αίαν̖τα το νησί να περιζώσουν·

γιατί αν γλιτώναν οι Έλληνες τον κακό [→ τογ̖κακό] χάρο,

βρίσκον̖τας με τα πλοία κρυφό φευγιό από κάπου,

όλοι, να ξέρουν, θα ᾽χαναν την κεφαλή [→ τηγ̖κιεφαλή] τους.

Τέτοια με πάρα θαρρετή καρδιά προστάζει,

γιατί δεν ήξερε, οι θεοί το τι του γράφαν.

Κι αυτοί μ᾽ όλη την τάξη [→ την̖τάξη] και με υπάκουη γνώμη

το δείπνο τους ετοίμασαν κι ο κάθε ναύτης

καλοβαλμένα στους σκαρμούς κουπιά επερνούσε.

Κι όταν του ήλιου εχώνεψε το φως κι η νύχτα

κατέβαινε, τη θέση τους πήραν καθένας

κι οι δουλευτάδες του κουπιού κι οι αρματομάχοι·

Κ’ η μια την άλλη απ᾽ τα μακριά καράβια τάξη

παρακινών̖τας ξεκινούν μ᾽ όποια καθένας

του είχε οριστεί σειρά, και στα πανιά οληνύχτα

κρατούσαν τα καράβια τους οι καπετάνιοι.

Μα η νύχτα προχωρεί, κι οι Έλληνες κρυφό δρόμο

ν᾽ ανοίξουν από πουθενά δε δοκιμάζουν·

όταν όμως με τ᾽ άσπρα τ᾽ άτια της η μέρα

φωτοπλημμύριστη άπλωσε σ᾽ όλο τον κόσμο [→ τογ̖κόz̥μο],

μια πρώτ᾽ ακούστηκε απ᾽ το μέρος των Ελλήνων

βουή τραγουδιστά με ήχο φαιδρό να βγαίνει

και δυνατά αν̖τιβούιζαν κι οι βράχοι

του νησιού γύρω, ενώ τρομάρα τους βαρβάρους

έπιασεν όλους, που έβλεπαν πως γελαστήκαν.

Γιατί δεν ήταν για φευγιό που έψαλλαν τότε

σεμνόν παιάνα οι Έλληνες, μα σαν να ορμούσαν

μ᾽ ολόψυχη καρδιά στη μάχη, ενώ όλη ως πέρα

τη γραμμή των της σάλπιγ̖γας φλόγιζε ο ήχος·

κι αμέσως τα πλαταγιστά με μιας κουπιά τους

χτυπούνε με το πρόσταγμα την βαθιάν άρμη

και δεν αργούνε να φανούν όλοι μπροστά μας.

Το δεξί πρώτο, σε γραμμή, κέρας ερχόν̖ταν

μ᾽ όλη την τάξη [→ την̖τάξη], κι έπειτα κι ο άλλος ο στόλος

από πίσω ακλουθά· και τότε ήταν ν᾽ ακούσεις

φωνή μεγάλη από κον̖τά: «Εμ̖πρός, των Ελλήνων

γενναία παιδιά! να ελευθερώσετε πατρίδα,

τέκνα, γυναίκες και των πατρικών [→ τωμ̖πατρικών] θεών σας

να ελευθερώστε τα ιερά και των προγόνων

τους τάφους· τώρα για όλα είναι που πολεμάτε».


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:  `   το ευ̖φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             '    η εκφορά των φθόγ̖γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

            z̥    η άτονη προφορά του [ζ].

            γ    η απαλή συνήχηση του μαλακοϋπερωικού συμφώνου, μετά τη συνίζηση της διφθόγ̖γου (π.χ.: η περίπτ. του δημώδους τύπου διάτα έναν̖τι του λόγιου διיαταγή).

            ι     η ελαφρά συνήχηση του [ι], ανάμεσα στο αλλόφωνο [κ] και στο εμ̖πρόσθιο φωνήεν [ε] (περίπτ. κεφαλή).


Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

Δευτέρα 17 Μαΐου 2021

ΕΛΕΝΗ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΗ - ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΑΛΗΘΙΝΗ ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ ΤΗΣ ΕΥΗΧΗΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ





Ένας ακόμη υπέροχος μονόλογος του κλασικού ρεπερτορίου, που επιλέγω να διδάσκω στις Δραματικές Σχολές, λόγω των πολύ υψηλών τεχνικών απαιτήσεών του και κατ’ επέκταση του οφέλους που αποκομίζει μία σπουδάστρια μελετών̖τας τον, είναι αυτός από το Τρίτο Επεισόδιο της Μήδειας του Ευριπίδη, σε μετάφραση Παν̖τελή Πρεβελάκη.

Ακολουθεί ερμηνευμένος από την αείμνηστη δραματική ηθοποιό, Ελένη Χατζηαργύρη.

 

ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ (1976)

ΗΧΗΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

Σκηνοθεσία: Αλέξης Σολομός

Μήδεια: Ελένη Χατζηαργύρη

Η ΣΥΓ̖ΚΡΟΥΣΗ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΙΑΣΟΝΑ

 

Απόδοση των ευ̖φωνικών συνηχήσεων, μετά τις παρεμβάσεις που έγιναν στην αρχική μτφρ. για τις ανάγ̖κες της συγ̖κεκριμένης παράστασης:


Παλιάνθρωπε! — τι η γλώσσα μου δε βρίσκει

χειρότερο να πει στην αναν̖τρία σου, —

ήρθες μπροστά μου, ήρθες εδώ ο εχτρός μου

ο μισητός; Και τόλμη το νομίζεις

ή και παληκαριά, τους δικούς σου πρώτα

να βλάφτεις και κατόπι μες στα μάτια

να τους κοιτάζεις!

Μα καλά ‘καμες κ’ ήρθες·

θ’ αλαφρώσει η ψυχή μου να σ’ τα ψάλει,

και θα καεί η δική σου να τ’ ακούσεις.

Σ’ έσωσα σένα, καθώς ξέρουν όσοι

από τους Έλληνες μαζί σου, στην Αργώ,

μπαρκαριστήκαν.

Και τον όφι, που τ’ ολόχρυσο Δέρας

φύλαγε ακοίμητος, εγώ

τον σκότωσα κ’ έκαμα να λάμψει

για λόγου σου το φως της σωτηρίας.

Κι αφού πατέρα πρόδωσα και σπίτι,

ήρθα στου Πήλιου την Ιωλκό μαζί σου,

με πιο πολλή προθυμία παρά γνώση·

και σκότωσα κατόπι τον Πελία [→ τομ̖πελία]

με τα χέρια των ίδιων των παιδιών [→ τωμ̖παιδγιών] του.

Και για όλα τούτα, εσύ μ’ αρνήθης·

καινούργια κλίνη απόχτησες!

Καπνός ήταν η πίστη σου

στους όρκους! Τι να πω, δεν ξέρω [→ δεγ̖κz̥έρω]·

οι θεοί που μας ορίζαν

δε μας ορίζουν πια; ή καινούργιοι

νόμοι για τους ανθρώπους μπήκαν τώρα;

Ω, χέρι μου δεξί! που κάθε τόσο

μου τόπαιρνες. Και γόνατά μου!

Τι μάταιο βγήκε που ένας τιποτένιος

σας αγ̖κάλιαζε άν̖τρας!

Τώρα για πού να σύρω; Για το σπίτι

το γονικό, που τ’ άφησα, για

ν’ ακλουθήσω εσένα;

Γιατί έτσι με κατάν̖τησες· εκείνοι

που έπρεπε να μ’ αγαπούν να μ’ έχουν άχτι,

κ’ εκείνους που δεν έπρεπε να βλάψω,

εχτρούς για το χατήρι σου να κάνω.

Ω Δία! Γιατί έχεις δώσει στου ανθρώπου

αβάσταχτα σημάδια να γνωρίζει

το κάλπικο χρυσάφι, κι όταν έχει

να ξεκρίνει τον κάλπη [→ τογ̖κάλπη] μες στους άν̖τρες,

δε βλέπει στο κορμί του ένα σημάδι;


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:   `   το ευ̖φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             γ   η απαλή συνήχηση του μαλακοϋπερωικού συμφώνου, μετά τη συνίζηση της διφθόγ̖γου.

             z̥   η άτονη προφορά του [ζ].


Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής