Ένρινον είναι και το [γ], όταν ευρίσκεται προ των ουρανικών [κ], [γ], [χ] ή προ του [ξ]: άγκυρα, αγγείον, άγχω, άγξω (Αχιλλέας Τζάρτζανος) ▪ Συλλογιστείτε πώς προφέρεται το πρώτο [γ] στις λόγιες <παγγερμανισμός>, <παγγνωσία> ή <συγγνωστός>, στις οποίες, κατ’ εξαίρεση, δεν έχουμε τροπή του δεύτερου συμφώνου ▪ Αρκετές φορές, τα [μπ] και [ντ] μέσα στη λέξη είναι οι άλλες μορφές των [μβ] και [νδ]: κόμβος → κόμ̂πος, ένδεκα → έν̂τεκα ▪ Αυτό που ουσιיαστικά τρέπεται είναι το δεύτερο σύμφωνο ▪ Όταν γράφω και τα δίψηφα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] αφορούν δύο φθόγ̂γους, προσθέτω ένα διיακριτικό ώστε να αναγνωρίζουν απαξάπαν̂τες πώς προφέρον̂ται ▪ Μάθαμε να ορθογραφούμε αλλά όχι να ορθοφωνούμε ▪ Εάν δε γίνει η αναγ̂καία γραπτή διיάκριση ανάμεσα στα έρρινα και τα άρρινα δίψηφα, σε λίγον καιρό θα αναφερόμαστε στην αλλοίωση και τον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (κόμπος [b] ⇔ κόβος, έντεκα [d] ⇔ έδεκα, άγγελος [g] ⇔ agel ≠ angel < άγ̂γελος) ▪ Αν θες να μάθεις να μιλάς σωστά τη μητρική σου γλώσσα και να βοηθήσεις κι άλλους να μιλούν ορθά, να τη γράφεις πάν̂τα με το γνι [γ̂], το μίγμα [μ̂] και το νίγμα [ν̂]

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΣΕΦΕΡΗ, ΣΤΟ ΡΙΤΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΛΥΤΗ - ΟΙ ΕΥ̖ΦΩΝΙΚΕΣ ΣΥΝΗΧΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΣ, ΠΑΡΟΥΣΕΣ ΣΤΙΣ ΑΠΑΓ̖ΓΕΛΙΕΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΩΝ


 

Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΑ 1937

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγ̖γαριού

η μεγάλη πέτρα κον̖τά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια

το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας

και το κλειστό κρεβάτι κον̖τά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου

χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύον̖τας

ανάμεσα στα κίτρινα δέν̖τρα κατά το πλάγιασμα της βροχής

σε σιיωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,

καμιά φωτιά στην κορυφή (= στηγ̖κορυφή) τους· βραδιάζει.

Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή

μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν

στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα

να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω

γύρω στην παγωμένη (= στημ̖παγωμένη) λίμνη την ξένη (=

τηγ̖κz̥ένη) φωνή.

Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα

περπατών̖τας σκυφτή βυζαίνον̖τας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγ̖καδιές· ο χιονισμένος

κάμ̖πος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμ̖πος, τίποτε δε ρωτούν

μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε

τα χέρια που απλώνουν̖ται για να γυρέψουν, κ οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραν̖τη σιיωπή

δεν ξέρω (= δεγ̖κz̥έρω) πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ·

ψίθυροι σαν την (= σαν̖την) ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη

σαν την (= σαν̖την) ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα

χαλίκια σαν την (= σαν̖την) ανάμνηση της φωνής σου λέγον̖τας

«ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύον̖τας το μυστικό συναπάν̖τημα των νερών

κάτω απ’ τον πάγο (= τομ̖πάγο) το χαμογέλιο της θάλασσας τα 

κλειστά πηγάδια ψηλαφών̖τας με τις δικές μου φλέβες τις

φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν εκεί που τελειώνουν τα

νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος που βηματίζει τυφλός πάνω

στο χιόνι της σιיωπής.

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύον̖τας το νερό που σ’ αγ̖γίζει

στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου

μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή

βρίσκον̖τας έναν κύκνο (= εναγ̖κύκνο) νεκρό μέσα στα κάτασπρα 

φτερά του, δέν̖τρα ζων̖τανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει (= δεν̖τελειώνει) δεν έχει αλλαγή,

όσο γυρεύεις να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που

έφυγαν 

εκείνους που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τούς πελαγίσιους τάφους,

όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν

κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων (= τωμ̖πλατάνων)

εκεί που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη

και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,

ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: IV)

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Τράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που 

πεινάει, μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο

στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Από δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμ̖πουρα κατάσαρκα

με το πείσμα δαγ̖κωμένο στα δόν̖τια τους σαν άγουρο γκόρτσι

με τον άμμο του φεγ̖γαριού μες στις χον̖τρές αρβύλες τους

και με την καρβουνόσκονη (= τηγ̖καρβουνόσκονη) της νύχτας 

κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέν̖τρο το δέν̖τρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο (= τογ̖κόμο),

μ᾿ αγ̖κάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.

Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι

(= σαμ̖ποτάμι).

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανὸ - για να τον δώσουν.

Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα (= σαν̖τα) καψαλιασμένα 

δέν̖τρα, κι όταν χορεύαν στην πλατεία (= στημ̖πλατεία),

μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδουνίζανε τα γυαλικά

στα ράφια. 

Α, τι τραγούδι τράν̖ταξε τα κορφοβούνια - ανάμεσα στα γόνατά

τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγ̖γαριού και δειπνούσαν,

και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους

σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χον̖τρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να

ταΐσεις τα όνειρα;

Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη

σωπάσει το τζιτζίκι, τώρα που ο ασβέστης του μεσημεριού βάφει

τη μάν̖τρα ολόγυρα του ορίζον̖τα σβήνον̖τας τα μεγάλα αν̖τρίκια

ονόματά τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα

το χώμα που ήτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους - πώς

μύριζε το χώμα - και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα

(= τημ̖πόρτα) τους τ᾿αμ̖πέλια μας

πώς λίγνεψε το φως πάνου στις στέγες και στα δέν̖τρα

ποιος να το πει πως βρίσκον̖ται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα

κ᾿ οι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα

με τόσα φλάμ̖πουρα να λάμ̖πει ο ουρανός

και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμ̖πάνες.

Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους

κρατάνε της καμ̖πάνας το σκοινὶ - προσμένουνε την ώρα, 

δεν κοιμούν̖ται (= δεγ̖κοιμούν̖ται), δεν πεθαίνουν

(= δεμ̖πεθαίνουν), προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση.

Τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας - δεν μπορεί

(=δεμ̖πορεί) κανείς να μας το πάρει.


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ - ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (ΤΑ ΠΑΘΗ: ΙΔ')

ΝΑΟΙ ΣΤΟ ΣΧΗΜΑ Τ ΟΥΡΑΝΟΥ

Ναοί στο σχήμα τ ουρανού

και κορίτσια ωραία

με το σταφύλι στα δόν̖τια που μας πρέπατε!

Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζον̖τας

και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!

Φύγανε φύγανε

ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο

και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.

Φύγανε

και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας

και στα βάθη μέσα των ματιών ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα!

Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.

Τείχισε τις πλευρές του κόσμου

και από το μέρος τ’ ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις

και στην πλάκα (= στημ̖πλάκα) επάνω του βωμού σφαγίασε το

σώμα

τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους.

Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.

Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού

και κορίτσια ωραία

με το σταφύλι στα δόν̖τια που μας πρέπατε!

Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζον̖τας

και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!

Φύγανε φύγανε

ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάν̖ταλο

και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.

Φύγανε

και βαθιά κάτω απ’ το χώμα συννέφιασε ανεβάζον̖τας

χαλίκι μαύρο

και βρον̖τές, η οργή των νεκρών

και αργά στον άνεμο τρίζον̖τας

εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά

φοβερά, των βράχων τ’ αγάλματα!


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:   `   τα ευ̖φωνικά [ŋ] ή [ɱ] πριν από τα δίψηφα σύμφωνα.

                η προφορά των φθόγ̖γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

            o    η άτονη φώνηση του [ζ].


Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2020

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ - Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, ΑΣΒΕΣΤΟΣ ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ






ΕΝΑ ΜΑΘΗΜΑ ΠΡΟΦΟΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗ 


Ο Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, δε θεωρείται μόνον ένας από τους στυλοβάτες του δημοτικισμού και τους θεμελιωτές του Νεοελληνικού Λόγου (πεζού και έν̖τεχνου), αλλά -μέσω των διיασωθεισών ηχογραφημένων απαγ̖γελιών του- αποτελεί και άσβεστο φάρο της Προφοράς της Κοινής μας Γλώσσας, καταδεικνύον̖τάς την και επικυρώνον̖τάς την, με τρόπο ευκρινή και αδιיαμφισβήτητο.

Δύο από αυτές του τις απαγ̖γελίες, παρουσιיάζον̖ται παρακάτω: 

 

ΑΝΑΤΟΛΗ

 

Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,

μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα,

λυπητερά,

πώς η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!

Είναι χυμένη από τη μουσική σας

και πάει με τα δικά σας τα φτερά.

Σας γέννησε και μέσα σας μιλάει

και βογ̖κάει και βαριά μοσκοβολάει

μια μάνα· καίει το λάγνο της φιλί,

κι είναι της Μοίρας λάτρισσα και τρέμει,

ψυχή όλη σάρκα, σκλάβα σε χαρέμι,

η λαγ̖γεμένη Ανατολή.

Μέσα σας κλαίει το μαύρο φτωχολόι,

κι όλα σας, και η χαρά σας, μοιρολόι

πικρό κι αργό·

μαύρος, φτωχός και σκλάβος κι ακαμάτης,

στενόκαρδος, αδούλευτος,— διαβάτης

μ’ εσάς κι εγώ.

Στο γιαλό που του φύγαν τα καΐκια,

και του μείναν τα κρίνα και τα φύκια,

στ’ όνειρο του πελάου και τ’ ουρανού,

άνεργη τη ζωή να ζούσα κι έρμη,

βουβός, χωρίς καμιάς φρον̖τίδας θέρμη,

με τόσο νου,

όσος φτάνει σα δέν̖τρο για να στέκω

και καπνιστής με τον καπνό (= τογ̖καπνό) να πλέκω

δαχτυλιδάκια γαλανά·

και κάποτε το στόμα να σαλεύω

κι απάνω του να ξαναζων̖τανεύω

τον καημό (= τογ̖καημό) που βαριά σάς τυραννά

κι όλο αρχίζει, γυρίζει, δεν τελειώνει (= δεν̖τελειώνει).

Και μια φυλή ζει μέσα σας και λιώνει

και μια ζωή δεμένη σπαρταρά,

γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,

μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα,

λυπητερά.

ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ


Μητέρα μας πολύπαθη, ω αθάνατη,

δεν είναι μόνο σου στολίδι οι Παρθενώνες·

του συν̖τριμμού σου τα σπαθιά σ’ τα κάμανε

φυλαχτά και στεφάνια σου οι αιώνες. 

Και οι πέτρες που τις έστησε στο χώμα σου

το νικηφόρο χέρι του Ρωμαίου,

και η σταυροθόλωτη εκκλησιά από το Βυζάν̖τιο,

στον τόπο (= στον̖τόπο) του πολύστυλου ναού του αρχαίου,

κι αυτό το κάστρο που μουγ̖κρίζει μέσα του

της Βενετιάς ακόμη το λιον̖τάρι,

κι ο μιναρές που στέκει, της ολόμαυρης

και της πικρότατης σκλαβιάς απομεινάρι,

και του Σλάβου το διάβα αν̖τιλαλούμενο

στ’ όνομα που μας έρχεται στο στόμα

—με το γάλα της μάνας που βυζάξαμε—

σαν ξένη (= σαγ̖κz̥ένη) ανθοβολιά στο ντόπιο χώμα,

όλα ένα νύφης φόρεμα σου υφαίνουνε,

σου πρέπουνε, ω βασίλισσα, σα στέμμα,

στην ομορφάδα σου ομορφιά απιθώσανε

κι είναι σα σπλάχνα απ’ το δικό σου το αίμα.

Ω τίμια φυλαχτά, στολίδια αταίριαστα,

ω διαβατάρικα, από σας πλάθεται αιώνια,

κόσμος από παλιά κοσμοσυν̖τρίμματα,

η νέα τρανή Πατρίδα η παναρμόνια!


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:   `   τα ευ̖φωνικά [ŋ] ή [ɱ] πριν από τα δίψηφα σύμφωνα.

                η προφορά των φθόγ̖γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

            o    η άτονη φώνηση του [ζ].


«Το έργo του Παλαμά είναι η αποθέωση του νεοελληνικού γλωσσικού θησαυρού. Από τα (ποιητικά) κείμενά του θα μπορούσε να βγει μια ακέρια γραμματική και σύν̖ταξη της νεοελληνικής κοινής. Το έργο του είναι τόσο πλούσιο, ώστε δεν υπάρχει φαινόμενο γλωσσικό που να μην αν̖τιπροσωπεύεται καταξιωμένο στο έπακρο της εκφραστικής του ικανότητας…» (Ν. Π. Ανδριώτης)

Υπάρχει καλύτερη και πιο αξιόπιστη μαρτυρία της προφοράς των δίψηφων συμφώνων και των ευ̖φωνικών συνηχήσεων, από τη ζώσα φωνή του Εθνικού μας ποιητή;

Eμείς όμως, όχι μόνο δεν τις διδάξαμε -ως οφείλαμε- στα Σχολεία και στα Πανεπιστήμια, αλλά τις απαξιώσαμε κιόλας. Φτάσαμε στο σημείο να αμφισβητούμε την έρρινη προφορά της Κοινής μας Γλώσσας, να προσβάλλουμε την αισθητική και τη μουσικότητά της και να συν̖τάσσουμε Σχολικές Γραμματικές, όπως οι σημερινές, που διδάσκουν την άρρινη προφορά, την κακοφωνία και την παραφθορά της.

Ωστόσο, για να θυμίσω τα λόγια του Παλαμά,

«Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν πέρασαν 

θα ‘ρθουν, θα περάσουν.

Κριτές θα μας δικάσουν

οι αγέννητοι, οι νεκροί». 

Ένας εξ αυτών και ο Εθνικός μας ποιητής. Γιατί τα γραπτά, όπως και τα έργα, μένουν και κάποτε κρίνον̖ται...

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

ΟΙ ΣΥΓ̖ΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΕΚΦΩΝΗΣΕΙΣ ΔΥΟ ΗΡΩΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΟΥ '40


 

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΑΓ̖ΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

(ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1940-1943)


Η επανεκτέλεση των συγ̖κλονιστικών εκφωνήσεων του δημοσιογράφου Κώστα Σταυρόπουλου, ή -αν προτιμάτε- η επανεκφώνηση του πρώτου πολεμικού ανακοινωθέν̖τος (που εξεδόθη τη Δευτέρα στις 28 Οκτωβρίου 1940, στις 10 το πρωί, και σηματοδοτούσε και τυπικά την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου) και του τελευταίου (λίγο πριν από την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα και την κατάληψή της, την Κυριακή στις 27 Απριλίου του 1941), προκειμένου να μπορέσουν να ηχογραφηθούν και να μεταφέρουν την ατμόσφαιρα, το ρίγος και την εξύψωση του πατριωτικού αισθήματος εκείνων των ημερών, στις νεότερες γενιές των Ελλήνων.


«Εδώ Ραδιיοφωνικός Σταθμός Αθηνών.

Μεταδίδομεν το πρώτον ανακοινωθέν του Ελληνικού Γενικού 

Στρατηγείου: Αι ιταλικαί στρατιיωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από 

της πέμיπτης και τριάν̖τα πρωινής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα 

προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου.

Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνον̖ται του πατρίου εδάφους».


«Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι.

Έλληνες! Οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκον̖ται εις τα πρόθυρα των 

Αθηνών. Αδέλφια! Κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή (= μ̖πz̥υχή) σας 

το πνεύμα του μετώπου. Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τας 

προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια.

Έλληνες, ψηλά τις καρδιές!

Προσοχή! Ο Ραδιיοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν 

θα είναι Ελληνικός. Θα είναι Γερμανικός και θα μεταδίδει ψέματα!

Έλληνες, μην τον (= μην̖τον) ακούτε!

Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχιστεί μέχρι της τελικής νίκης.

Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων»!

Ο ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ


ΕΝΑ ΥΠΕΡΟΧΟ ΑN̖TΙΣΤΑΣΙΑΚΟ ΠΟΙΗΜΑ - ΕΝΑΣ ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Την περίοδο εκείνη, η Ελλάδα -μεταξύ των άλλων δεινών- θρηνεί την απώλεια ενός πολύ σπουδαίου πνευματικού ανθρώπου, του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά.

Ο ΑΓ̖ΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (ΑΡΙΣΤΕΡΑ) ΒΑΣΤΩN̖TΑΣ ΣΤΟΝ ΩΜΟ ΤΟ ΦΕΡΕΤΡΟ

ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ (ΑΡΙΣΤΕΡΑ) - ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (ΚΕN̖TΡΟ) ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ

Στις 28 Φεβρουαρίου 1943, εν μέσω της Κατοχής και παρουσία γερμανών αξιיωματικών, ο  Άγ̖γελος Σικελιανός, ένας από τους σημαν̖τικότερους νεοέλληνες ποιητές, «ο Άρχον̖τας της λαλιάς μας»όπως τον αποκαλούσε ο Γιώργος Σεφέρης, εκφωνεί τον παρακάτω συγ̖κλονιστικό επικήδειο λόγο.

«Ηχήστε οι σάλπιγ̖γες… Καμ̖πάνες βρον̖τερές,

δονήστε σύγ̖κορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βογ̖κήστε τύμ̖πανα πολέμου… Οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμ̖πάει η Ελλάδα! Ένα βουνό

με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,

κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,

ποιον κλείει τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα; 

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,

Ήρωας την επήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια,

μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγ̖γοβολιά

της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια

γιγάν̖τιο φλάμ̖πουρο κι απάνω κι από μας

που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,

πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: “Ο Παλαμάς!”,

ν’ αντιβογ̖κήσει τ’ όνομά του η οικουμένη!

Ηχήστε οι σάλπιγ̖γες… Καμ̖πάνες βρον̖τερές,

δονήστε σύγ̖κορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βογ̖κήστε τύμ̖πανα πολέμου… Οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμ̖πάει η Ελλάδα!

Ένας Λαός, σηκώνον̖τας τα μάτια του τη βλέπει

κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός

κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τον εσκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός

της αιωνιότητας αστράφτει αυτήν την ώρα,

Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός,

την άγια δέχον̖ται ψυχή την τροπαιοφόρα (= την̖τροπαιοφόρα)

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά

στη γην αυτή με μιαν ισόθεη Σκέψη,

τον τρισμακάριο  (= τον̖τριμακάριο) πάει τώρα ψηλά, τον Ίακχο,

με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει. 

Ηχήστε οι σάλπιγ̖γες… Καμ̖πάνες βρον̖τερές,

δονήστε σύγ̖κορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βόγ̖κα Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές

της Λευτεριάς, ξεδιπλωθείτε στον αέρα»!


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:   `   τα ευ̖φωνικά [ŋ] ή [ɱ] πριν από τα δίψηφα σύμφωνα.

             '    η προφορά των φθόγ̖γων χωριστά.

            o    η άτονη φώνηση του [ζ].

«…Η προφορά των έρρινων δίψηφων συμφώνων δεν έχει μόνον ευ̖φωνικό, αλλά και σημασιολογικό χαρακτήρα. Δηλ. συνάδει με μία δραματοποιημένη -ή αν προτιμάτε- ρητορική απόδοση (ποικίλματα - παύση - αναπνοή - ρυθμό - επιτονισμό) η οποία όχι απλώς είναι πιο εύληπτη, αφού υποστηρίζει καλύτερα το εκφερόμενο, δηλ. το σημαινόμενο, αλλά μας αποτρέπει από την ταχυλογία, το άγχος, τη νευρικότητα και τις αλλοιώσεις στην άρθρωση». (Απόσπασμα από το κεφ. Η απερρίνωση είναι μεγάλο ολίσθημα για την Κοινή Νεοελληνική Γλώσσα, το οποίο περιλαμβάνεται στα έργα μου: «Η Προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας» και «Λεξικό Προφοράς της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας»).


Υπάρχει καλύτερο μάθημα ιστορίας, γλώσσας και προφοράς των
ευ̖φωνικών συνηχήσεων από αυτό;
Οι παραπάνω εκφωνήσεις μόνο να διδάσκον̖ταν στα Σχολεία, σήμερα τα παιδιά θα πρόφεραν πολύ καλύτερα την Ελληνική Γλώσσα.
 
Χρόνια πολλά Ελλάδα - Χρόνια πολλά Έλληνες!!

Άρης Βαφιάς