Ένρινον είναι και το [γ], όταν ευρίσκεται προ των ουρανικών [κ], [γ], [χ] ή προ του [ξ]: άγκυρα, αγγείον, άγχω, άγξω (Αχιλλέας Τζάρτζανος) ▪ Συλλογιστείτε πώς προφέρεται το πρώτο [γ] στις λόγιες <παγγερμανισμός>, <παγγνωσία> ή <συγγνωστός>, στις οποίες, κατ’ εξαίρεση, δεν έχουμε τροπή του δεύτερου συμφώνου ▪ Αρκετές φορές, τα [μπ] και [ντ] μέσα στη λέξη είναι οι άλλες μορφές των [μβ] και [νδ]: κόμβος → κόμ̂πος, ένδεκα → έν̂τεκα ▪ Αυτό που ουσιיαστικά τρέπεται είναι το δεύτερο σύμφωνο ▪ Όταν γράφω και τα δίψηφα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] αφορούν δύο φθόγ̂γους, προσθέτω ένα διיακριτικό ώστε να αναγνωρίζουν απαξάπαν̂τες πώς προφέρον̂ται ▪ Τα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] είναι δίψηφα σύμφωνα, ενώ τα [γ̂γ/γ̂κ], [μ̂π], [ν̂τ] συμφωνικά συμ̂πλέγματα ▪ Τα συμφωνικά συμ̂πλέγματα δε μονοφθογ̂γίζον̂ται (!) ▪ Το σωστό είναι να αναφερόμαστε σε έρρινα συμ̂πλέγματα και όχι σε άρρινα και έρρινα δίψηφα, παρόλο που τα γραφήματά τους ονομάζον̂ται δίψηφα σύμφωνα ▪ Αν δε γίνει η αναγ̂καία γραπτή διיάκριση ανάμεσα στα έρρινα συμ̂πλέγματα και τα δίψηφα σύμφωνα, σε λίγον καιρό θα αναφερόμαστε στην αλλοίωση και τον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (κόμπος [b] ⇔ κόβος, έντεκα [d] ⇔ έδεκα, άγγελος [g] ⇔ agel ≠ angel < άγ̂γελος) ▪ Εάν θέλουμε να μιλούμε σωστά, να μάθουμε να ορθογραφούμε τα δίψηφα: να τα γράφουμε με το γνι [γ̂], το μίγμα [μ̂] και το νίγμα [ν̂]

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

ΟΙ ΕΥ̖ΦΩΝΙΚΕΣ ΣΥΝΗΧΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΩΝ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ




ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΛΗΣΜΟΝΟΥΝ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΝΕΟΤΕΡΟΙ, ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ, ΠΩΣ ΠΡΟΦΕΡΕΤΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ


Μελίνα Μερκούρη, Τζένη Καρέζη, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Μαίρη Χρονοπούλου, Ντόρα Γιαννακοπούλου, Ελένη Ροδά, Καίτη Παπανίκα, Δώρα Σιτζάνη είναι -από τον κινηματογράφο ή τη δισκογραφία- μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Αυτή είναι η γλώσσα μας, απολαύστε την!...

ΜΗΝ ΤΟΝ ΡΩΤΑΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Συνθέτης: Μάνος Χατζηδάκις

Στιχουργός: Γιάννης Ιωαννίδης

Ερμηνεύτρια: Τζένη Καρέζη

Τίτλος ταινίας: ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ (1959)*

*Στην οποία έλαβε μέρος και ο πατέρας μου.

 

Λόγο στο λόγο και ξεχαστήκαμε

μας πήρε ο πόνος και νυχτωθήκαμε

Σβήσε το δάκρυ με το μαν̖τίλι σου

να πιω τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου

Σβήσε το δάκρυ με το μαν̖τίλι σου

να πιω τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου 

 

Mην τον [= μην̖τον] ρωτάς τον ουρανό        

το σύννεφο και το φεγ̖γάρι           

το βλέμμα σου το σκοτεινό            

κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει (δις)      

 

Ό,τι μας βρήκε κι ό,τι μας λύπησε

σαν το [= σαν̖το] μαχαίρι κρυφά μας χτύπησε

Σβήσε το δάκρυ με το μαν̖τίλι σου

να πιω τον ήλιο μεσ’ απ’ τα χείλη σου 

Σβήσε το δάκρυ με το μαν̖τίλι σου

να πιω τον ήλιο μεσ’ απ’ τα χείλη σου 


ΑΣΤΕΡΙ ΜΟΥ, ΦΕΓ̖ΓΑΡΙ  ΜΟΥ

Συνθέτης: Μίκης Θεοδωράκης

Στιχουργός: Γιάννης Θεοδωράκης

Ερμηνεύτρια: Μελίνα Μερκούρη

Τίτλος ταινίας: ΦΑΙΔΡΑ (1962)

 

Αστέρι μου, φεγ̖γάρι μου, της άνοιξης κλωνάρι μου

κον̖τά σου θα ‘ρθω πάλι

Κον̖τά σου θα ‘ρθω μιαν αυγή

για να σου πάρω ένα φιλί και να με πάρεις πάλι

 

Αγάπη μου, αγάπη μου, η νύχτα θα μας πάρει

τ’ άστρα κι ο ουρανός, το κρύο το φεγ̖γάρι (δις)

 

Θα σ’ αγαπώ, θα ζω μες στο τραγούδι

θα μ’ αγαπάς, θα ζεις με τα πουλιά

Θα σ’ αγαπώ, θα γίνουμε τραγούδι

θα μ’ αγαπάς, θα γίνουμε πουλιά


Αγάπη μου, αγάπη μου, η νύχτα θα μας πάρει

τ’ άστρα κι ο ουρανός, το κρύο το φεγ̖γάρι (δις)


Θα σ’ αγαπώ, θα ζω μες στο τραγούδι

θα μ’ αγαπάς, θα ζεις με τα πουλιά

Θα σ’ αγαπώ, θα γίνουμε τραγούδι

θα μ’ αγαπάς, θα γίνουμε πουλιά


Ο ΚΗΠΟΣ ΕΜΠΑΙΝΕ* ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Συνθέτης: Μίκης Θεοδωράκης

Στιχουργός: Οδυσσέας Ελύτης

Ερμηνεύτρια: Ντόρα Γιαννακοπούλου

Τίτλος ταινίας: ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ (1965)

 

Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα

βαθύ γαρούφαλο ακρωτήρι

Το χέρι σου έφευγε με το νερό

να στρώσει νυφικό το πέλαγο

το χέρι σου άνοιγε τον ουρανό

 

Άγ̖γελοι μ’ έν̖τεκα σπαθιά

πλέανε πλάι στ’ όνομά σου

σκίζον̖τας τ’ ανθισμένα κύματα

Στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη

που ήταν το ίδιο το φεγ̖γάρι

 

Φεγ̖γάρι εδώ, φεγ̖γάρι εκεί

αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα

Για το δικό σου το χατίρι

ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα

βαθύ γαρούφαλο ακρωτήρι 


*Στη συλλαβική αύξηση του παρατατικού ή του αορίστου των ρημάτων που αρχίζουν από δίψηφο σύμφωνο, δεν έχουμε συνήχηση του [μ] ή του [ν], δηλ. τα [γκ], [μπ], [ντ] προφέρον̖ται ατόφια.

ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ  ΔΙΨΑΣΜΕΝΟ

Συνθέτης: Σταύρος Ξαρχάκος

Στιχουργός: Ντίνος Δημόπουλος

Ερμηνεύτρια: Καίτη Παπανίκα*

Τίτλος ταινίας: ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΔΑΚΡΥΑ (1968)

*Η φωνή που ακούγεται στην ταινία είναι της ηθοποιού και όχι, όπως κάποιοι νομίζουν, της Β. Μοσχολιού.


Δίψασε το παλληκάρι

ματωμένο μου φεγ̖γάρι

κι έσκυψε να πιει νερό

Δίψασα κι εγώ για σένα

κι έσκυψα, τα ματωμένα

τα δυο χείλια σου, να βρω

 

Φύγαν τα πουλιά στη Δύση

το φεγ̖γάρι έχει ραγίσει

κι όμως θα σε καρτερώ

Παλληκάρι διψασμένο

παλληκάρι ματωμένο

σαν διψάσεις για νερό

 

Στην καρδιά [= στηγ̖καρδιά] μου έχω μαχαίρι

ματωμένο περιστέρι

πού να πάω, πού να σταθώ

Στέγνωσαν τα δυο μου χείλη

κι η βροχή νερό αν δε στείλει

θα σε χάσω, θα χαθώ

 

Φύγαν τα πουλιά στη Δύση

το φεγ̖γάρι έχει ραγίσει

κι όμως θα σε καρτερώ

Παλληκάρι διψασμένο

παλληκάρι ματωμένο

σαν διψάσεις για νερό


ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ 

Συνθέτης: Μάνος Λοΐζος

Στιχουργός: Λευτέρης Παπαδόπουλος

Ερμηνεύτρια: Αλίκη Βουγιουκλάκη

Τίτλος ταινίας: Η ΝΕΡΑΪΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ (1969)

 

Θα κεν̖τήσω πάνω στ’ αλόγου σου τη σέλα

με διαμαν̖τόπετρες σωρό

του φεγ̖γαριού το πήγαιν’ έλα

στο πελαγίσο το νερό

 

Αγόρι μου, αγόρι μου

αγόρι μου, να σε χαρώ


Θα κεν̖τήσω πάνω στο δίκοπό σου λάζο

το βλέμμα σου το καθαρό

αυτό το βλέμμα το γαλάζο

που δεν χορταίνω να θωρώ


Αγόρι μου, αγόρι μου

αγόρι μου, να σε χαρώ


ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΥ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ

Συνθέτης: Κώστας Καπνίσης

Στιχουργός: Λευτέρης Παπαδόπουλος

Ερμηνεύτρια: Μαίρη Χρονοπούλου

Τίτλος ταινίας: ΟΤΑΝ Η ΠΟΛΙΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ (1969)

 

Υπάρχει κάπου ένα παιδί

που εμένα περιμένει

Πείτε του όποιος θα το δει

να μη με πε― να μη με περιμένει


Γιατί όλοι οι δρόμοι κλείσανε

καρδιά σε φυλακίσανε

καρδιά σε φυλακίσανε, ωωωω

τώρα που οι δρόμοι κλείσανε

 

Το ξέρω άναψα φωτιά

μέσα στα σωθικά του

Διαβάτη σβήσ’ του τη φωτιά

να μην τον [= μην̖τον] ρί― να μην τον [= μην̖τον] ρίξει κάτου


Αχ Θε μου να ‘χε μπόρεση 

να μου ‘δινε συχώρεση

να μου ‘δινε συχώρεση, ωωωω

Θε μου και να ‘χε μπόρεση

ΠΟΣΟ Σ’ ΑΓΑΠΩ

Συνθέτης: Μάνος Λοΐζος

Στιχουργός: Λευτέρης Παπαδόπουλος

Ερμηνεύτρια: Δώρα Σιτζάνη*

Άλμπουμ: ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΖΩΗΣ (1980)

*Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του πατέρα μου.


Έλα να σου δείξω τις τριαν̖ταφυλλιές

τα πράσινα, τα κόκκινα, τα σπίτια, τις αυλές

 

Πόσο σ’ αγαπώ, πουλάκι του δρόμου

πόσο σ’ αγαπώ, πόσο σ’ αγαπώ

Πόσο σ’ αγαπώ, αγόρι δικό μου

πόσο σ’ αγαπώ, πόσο σ’ αγαπώ

 

Έλα να σου μάθω, πώς είναι το φιλί

σαν κόκκινο [= σαγ̖κόκκινο] τριαν̖τάφυλλο και σαν ανατολή

 

Πόσο σ’ αγαπώ, πουλάκι του δρόμου

πόσο σ’ αγαπώ, πόσο σ’ αγαπώ

Πόσο σ’ αγαπώ, αγόρι δικό μου

πόσο σ’ αγαπώ, πόσο σ’ αγαπώ (δις)


Κράτησα σκόπιμα για το τέλος την ερμηνεία της Ελένης Ροδά -στο τραγούδι «Η δουλειά κάνει τους άν̖τρες», που είναι η πρώτη εκτέλεση και ακούστηκε στην κινηματογραφική ταινία «Τρούμπα ‘67»- για να επισημάνω την ύπαρξη των ευ̖φωνικών συνηχήσεων ακόμη και σε μία λαϊκότερη μορφή γλώσσας.

Η ταινία, όπως άλλωστε μαρτυρά ο τίτλος, αναφέρεται στην εποχή της Τρούμπας και στη ζωή των ανθρώπων του περιθωρίου. Βέβαια η Ροδά, πριν καθιερωθεί ως τραγουδίστρια, ήταν ηθοποιός. Δάσκαλός της υπήρξε ο Δημήτρης Ρον̖τήρης, όπως και για τις περισσότερες από τις παραπάνω καλλιτέχνιδες. Είχε αποφοιτήσει από τη Δραματική Σχολή που αυτός ο σπουδαίος άνθρωπος του Θεάτρου μας είχε ιδρύσει, μετά την αποχώρησή του από το Εθνικό Θέατρο, οπότε ήταν φύσει αδύνατον να μη γνωρίζει τους κανόνες προφοράς της γλώσσας μας.

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑN̖TΡΕΣ

Συνθέτης: Μάνος Λοΐζος

Στιχουργός: Λευτέρης Παπαδόπουλος

Ερμηνεύτρια: Ελένη Ροδά

Τίτλος ταινίας: ΤΡΟΥΜΠΑ* ‘67 (1967)

*Η συγ̖κεκριμένη τοπωνυμία εν̖τάσσεται στις εξαιρέσεις, γι' αυτό το δίψηφο σύμφωνο προφέρεται ατόφιο. 

 

Το πλαστό το πασαπόρτι

σαν και [= σαγ̖και] την καρδιά [= τηγ̖καρδιά] σου μόρτη

σαν την κάλπικη [= σαν̖τηγ̖κάλπικη] καρδιά σου

τη σκληρή

 

Μη βρον̖τοχτυπάς τις χάν̖τρες

η δουλειά κάνει τους άν̖τρες

το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί (δις)

 

Ρημαδιό ζωή και σπίτι

απ' τα χούγια σου αλήτη

που μετράς το αν̖τριλίκι

με βρισές

 

Μη βρον̖τοχτυπάς τα ζάρια

όσοι είναι παλληκάρια

τη ζωή τους την περνούν [= τημ̖περνούν] στις σκαλωσές (δις)


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:   `   τα ευ̖φωνικά [ŋ] ή [ɱ] πριν από τα δίψηφα σύμφωνα. 


Επώνυμοι ηθοποιοί τραγουδούν τις ευ̖φωνικές συνηχήσεις της γλώσσας μας

Οι ευ̖φωνικές συνηχήσεις στα τραγούδια του παλιού ελληνικού κινηματογράφου

Οι ευ̖φωνικές συνηχήσεις σύμφυτες και ζων̖τανές ακόμη και στα βαριά ρεμπέτικα, με στίχο μια λαϊκότερη μορφή γλώσσας

Η Εισήγησή μου για τη χρήση του Τονικού Συστήματος Αποσαφήνισης της Προφοράς (ΤΣΑΠ)

Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

Τα πνευματικά δικαιώματα των τραγουδιών, όπως και τα βίντεο, ανήκουν στους δημιουργούς τους και η χρήση τους γίνεται, αποκλειστικά, για εκπαιδευτικούς λόγους.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2020

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ ΠΡΟΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

 



Πρότυπος τρόπος αποσαφήνισης της Προφοράς της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας - Απόσπασμα από το γράμμα [α]

Αποσαφήνιση της Προφοράς της Κοινής Νεοελληνικής με πλήρη αξιοποίηση του τόνου (י) και της αποστρόφου (’), σε μία πιο δι’ακριτική μορφή - Απόσπασμα από το γράμμα [α]


Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΣΕΦΕΡΗ, ΣΤΟ ΡΙΤΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΛΥΤΗ - ΟΙ ΕΥ̖ΦΩΝΙΚΕΣ ΣΥΝΗΧΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΣ, ΠΑΡΟΥΣΕΣ ΣΤΙΣ ΑΠΑΓ̖ΓΕΛΙΕΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΩΝ


 

Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΙΑ 1937

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγ̖γαριού

η μεγάλη πέτρα κον̖τά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια

το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας

και το κλειστό κρεβάτι κον̖τά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου

χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύον̖τας

ανάμεσα στα κίτρινα δέν̖τρα κατά το πλάγιασμα της βροχής

σε σιיωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,

καμιά φωτιά στην κορυφή (= στηγ̖κορυφή) τους· βραδιάζει.

Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή

μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν

στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα

να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω

γύρω στην παγωμένη (= στημ̖παγωμένη) λίμνη την ξένη (=

τηγ̖κz̥ένη) φωνή.

Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα

περπατών̖τας σκυφτή βυζαίνον̖τας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγ̖καδιές· ο χιονισμένος

κάμ̖πος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμ̖πος, τίποτε δε ρωτούν

μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε

τα χέρια που απλώνουν̖ται για να γυρέψουν, κ’ οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραν̖τη σιיωπή

δεν ξέρω (= δεγ̖κz̥έρω) πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ·

ψίθυροι σαν την (= σαν̖την) ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη

σαν την (= σαν̖την) ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα

χαλίκια σαν την (= σαν̖την) ανάμνηση της φωνής σου λέγον̖τας

«ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύον̖τας το μυστικό συναπάν̖τημα των νερών

κάτω απ’ τον πάγο (= τομ̖πάγο) το χαμογέλιο της θάλασσας τα 

κλειστά πηγάδια ψηλαφών̖τας με τις δικές μου φλέβες τις

φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν εκεί που τελειώνουν τα

νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος που βηματίζει τυφλός πάνω

στο χιόνι της σιיωπής.

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύον̖τας το νερό που σ’ αγ̖γίζει

στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου

μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή

βρίσκον̖τας έναν κύκνο (= εναγ̖κύκνο) νεκρό μέσα στα κάτασπρα 

φτερά του, δέν̖τρα ζων̖τανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει (= δεν̖τελειώνει) δεν έχει αλλαγή,

όσο γυρεύεις να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που

έφυγαν 

εκείνους που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τούς πελαγίσιους τάφους,

όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν

κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων (= τωμ̖πλατάνων)

εκεί που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη

και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,

ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: IV)

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Τράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που 

πεινάει, μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο

στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Από δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμ̖πουρα κατάσαρκα

με το πείσμα δαγ̖κωμένο στα δόν̖τια τους σαν άγουρο γκόρτσι

με τον άμμο του φεγ̖γαριού μες στις χον̖τρές αρβύλες τους

και με την καρβουνόσκονη (= τηγ̖καρβουνόσκονη) της νύχτας 

κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέν̖τρο το δέν̖τρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο (= τογ̖κόz̥μο),

μ᾿ αγ̖κάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.

Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι

(= σαμ̖ποτάμι).

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανὸ - για να τον δώσουν.

Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα (= σαν̖τα) καψαλιασμένα 

δέν̖τρα, κι όταν χορεύαν στην πλατεία (= στημ̖πλατεία),

μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδουνίζανε τα γυαλικά

στα ράφια. 

Α, τι τραγούδι τράν̖ταξε τα κορφοβούνια - ανάμεσα στα γόνατά

τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγ̖γαριού και δειπνούσαν,

και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους

σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χον̖τρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να

ταΐσεις τα όνειρα;

Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη

σωπάσει το τζιτζίκι, τώρα που ο ασβέστης του μεσημεριού βάφει

τη μάν̖τρα ολόγυρα του ορίζον̖τα σβήνον̖τας τα μεγάλα αν̖τρίκια

ονόματά τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα

το χώμα που ήτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους - πώς

μύριζε το χώμα - και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα

(= τημ̖πόρτα) τους τ᾿αμ̖πέλια μας

πώς λίγνεψε το φως πάνου στις στέγες και στα δέν̖τρα

ποιος να το πει πως βρίσκον̖ται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα

κ᾿ οι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα

με τόσα φλάμ̖πουρα να λάμ̖πει ο ουρανός

και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμ̖πάνες.

Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους

κρατάνε της καμ̖πάνας το σκοινὶ - προσμένουνε την ώρα, 

δεν κοιμούν̖ται (= δεγ̖κοιμούν̖ται), δεν πεθαίνουν

(= δεμ̖πεθαίνουν), προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση.

Τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας - δεν μπορεί

(=δεμ̖πορεί) κανείς να μας το πάρει.


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ - ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (ΤΑ ΠΑΘΗ: ΙΔ')

ΝΑΟΙ ΣΤΟ ΣΧΗΜΑ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού

και κορίτσια ωραία

με το σταφύλι στα δόν̖τια που μας πρέπατε!

Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζον̖τας

και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!

Φύγανε φύγανε

ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο

και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.

Φύγανε

και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας

και στα βάθη μέσα των ματιών ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα!

Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.

Τείχισε τις πλευρές του κόσμου

και από το μέρος τ’ ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις

και στην πλάκα (= στημ̖πλάκα) επάνω του βωμού σφαγίασε το

σώμα

τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους.

Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.

Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού

και κορίτσια ωραία

με το σταφύλι στα δόν̖τια που μας πρέπατε!

Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζον̖τας

και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!

Φύγανε φύγανε

ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάν̖ταλο

και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.

Φύγανε

και βαθιά κάτω απ’ το χώμα συννέφιασε ανεβάζον̖τας

χαλίκι μαύρο

και βρον̖τές, η οργή των νεκρών

και αργά στον άνεμο τρίζον̖τας

εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά

φοβερά, των βράχων τ’ αγάλματα!


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣΗ:

Όπου:   `   τα ευ̖φωνικά [ŋ] ή [ɱ] πριν από τα δίψηφα σύμφωνα.

             '    η προφορά των φθόγ̖γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

            o    η άτονη φώνηση του [ζ].


Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
Καθ. Αγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής