Απόσπασμα από τηλεοπτικές συνεν̂τεύξεις δύο ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών: της Ροζίτας Σώκου και του Γιάννη Βογιατζή, στους Γρηγόρη Αρναούτογλου και Νίκο Γιώτη, όσον αφορά την προφορά των δίψηφων συμφώνων στην Κοινή Νεοελληνική.
Φωνητική απόδοση: πέν̂τε [ŋd] και όχι πέντε [d]
Φωνητική απόδοση: [ογδον̂ταπέν̂τε] (με διττή συνήχηση του μαλακοϋπερωικού [ν]· γράφεται ως δύο λέξεις οι οποίες όμως συμ̂προφέρον̂ται, με τον ισχυρό τόνο να αφορά στη δεύτερη λέξη), όν̂τως [ŋd], ταλέν̂το [ŋd] (< ιταλ. talento < λατιν. talentum < ελλην. τάλαν̂τον), πέν̂τε [ŋd] αλλά στούντιο [d] (< ιταλ. studio), Κλαούντια [d] (< λατιν. Claudia < Claudius), μοντέλο [d] [< ιταλ. modello < λατιν. modus < ελλην. μέδ(-ω, -ομαι)], αφού οι ρίζες τους δεν περιλαμβάνουν το [ν]
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:
Όπου:ˆτο ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.
Σχετικά με την προφορά των δίψηφων συμφώνων στην Κοινή Νεοελληνική:
«O γραπτός λόγος ουσιיαστικά δεν κάνει τίποτε άλλο από το να καταγράφει, να επισημαίνει και να επισημοποιεί αυτό που συμβαίνει στον προφορικό λόγο, με σκοπό να τον διיαφυλάξει και να τον μεταλαμ̂παδεύσει από γενιά σε γενιά.
Aς μην αγνοούμε ότι ο προφορικός λόγος έχει πρωταρχική σημασία και προηγείται του γραπτού ο οποίος έχει περιστασιακή.
Ο άνθρωπος πρώτα μιλάει και μετά αρχίζει να γράφει.
Η εκμάθηση της γλώσσας
στο σχολείο πρέπει να ξεκινάει από τον προφορικό λόγο προς το γραπτό και όχι αν̂τίστροφα, όπως συμβαίνει.
Εξασκούμαστε στη γραφή, στην ορθογραφία, στους γραμματικούς και συν̂τακτικούς
κανόνες, χωρίς ωστόσο να μαθαίνουμε να αποδίδουμε σωστά τις λέξεις και τα
νοήματα όσων διαβάζουμε.
Για να αν̂τιληφθείτε πόσο μεγάλο ατόπημα είναι η άρρινη προφορά στην Κοινή Νεοελληνική, παραφράζον̂τας την περιώνυμη αγ̂γλική φράση: «Just close your eyes and think England», απλώς κλείστε τα μάτια και σκεφτείτε την Αγ̂γλία, απαλείφον̂τάς της τα [n]!
Η άγνοια και η εσφαλμένη προφορά δεν καθιστούν κανόνα· ούτε γλωσσική
εξέλιξη.
Αν̂τιθέτως, δηλώνουν έλλειψη παιδείας, γλωσσικό ολίσθημα και πενία.
Κανένας γραπτός λόγος δεν έχει αξία χωρίς τον προφορικό.
Κανένας
γραπτός λόγος δεν έχει αξία εάν, πρώτιστα, δεν έχει αξία ο προφορικός λόγος.
Kαι μία
γλώσσα φθίνει, παύει να είναι πλούσια και να έχει αξία, όταν δεν εκφέρεται ορθά.
Όταν
δε διδάσκεται, δεν καλλιεργείται και δε διיαφυλάσσεται».
(Απόσπασμα από το βιβλίο μου:ΑΓΩΓΗ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ - Η ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ)
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:
Όπου:ˆτο ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.
Σχετικά
με την Ορθοφωνία και τη σημαν̂τικότητά της στην εκπαίδευση του ηθοποιού:
«Όλα αρχίζουν και
τελειώνουν με την αναπνοή.
Η αναπνοή είναι όπως η πυρηνική ενέργεια.
Εάν δεν ξέρεις πώς να τη διיαχειριστείς, μπορεί να σε
κατακάψει.
Σε ό,τι αφορά τον ηθοποιό ή τον τραγουδιστή
αποτελεί, το λιγότερο, το θεμέλιο λίθο!
Καμία εφαρμογή και καμία ενέργεια δεν μπορεί να εκτελεστεί σωστά, εάν δεν κατακτηθεί η τεχνική της· είτε αυτή αφορά την εκφορά του λόγου
και τη φωνή, είτε εν γένει την ερμηνεία και την Υποκριτική.
Ο ηθοποιός παίζει πρώτα με την αναπνοή και μετά με τη
φωνή.
Η Υποκριτική δεν είναι τίποτε άλλο από
τη μουσική έκφραση των συναισθημάτων, όπως συνήθιζε να αναφέρει ο μεγάλος Δάσκαλος του Θεάτρου μας, Δημήτρης Ρον̂τήρης.
Πράγματι, τα πάν̂τα είναι μουσική!
Παραφωνία ή αρρυθμία δεν έχουμε μόνο στο τραγούδι· έχουμε και στο Θέατρο, όταν το ηχόχρωμα της φωνής ή ο ρυθμός εκφοράς δε συνάδουν με την κατάσταση.
Όλα
είναι ήχος, τόνοι, ρυθμός.
Όμως και σε αυτά πρωτογενής είναι η αναπνοή.
Δεν μπορούμε να πάμε ενάν̂τια στη φύση και τους νόμους της.
Αυτό που καλούμαστε να κάνουμε είναι ανάκληση, ενδυνάμωση και διיαχείριση του φυσικού τρόπου της αναπνοής.
Και η ενσυνείδητη γνώση (γνωρίζω σημαίνει κατέχω, κατέχω σημαίνει -ανά πάσα στιγμή- μπορώ να εφαρμόζω), με τη μέγιστη δυνατή ευχέρεια,
τόσο στη φάση της ανάκλησης όσο και της διיαχείρισης και εκτέλεσης, είναι αυτό
το οποίο ονομάζω Τεχνική στον ηθοποιό.
Η αναπνοή είναι ο διיεγέρτης, ο αν̂τιδραστήρας του
συναισθήματος.
Δε μαθαίνουμε την τεχνική απλώς για να ορθο-φωνούμε ή να
προστατεύσουμε τη φωνή.
Ορίζουμε την αναπνοή μας και μαθαίνουμε να συγ̂κινούμαστε
μέσω αυτής, για να ορίσουμε τον εαυτό μας και να αποδώσουμε σωστά την
κατάσταση».
Σύμφωνα με τα
παραπάνω, η Αρχή της Αναπνοής συνοψίζεται στα εξής:
«Όσο πιο
χαμηλά εστιάζω (διיάφραγμα - πλευρά → υπογάστριο → περίνεο) τόσο πιο βαθιά
αναπνέω.
Όσο πιο βαθιά
αναπνέω, τόσο επιβραδύνεται ο ρυθμός της αναπνοής.
Όσο
επιβραδύνεται ο ρυθμός της αναπνοής, χαλαρώνω.
Όταν πάλι
μπορώ να χαλαρώνω, αναπνέω σωστά· αφού η αναπνοή, πέραν των άλλων, είναι μία
ψυχοσωματική κατάσταση.
Συνεπώς, αναπνοή και χαλάρωση ορίζουν μία αμφίδρομη,
αλληλοεξαρτώμενη σχέση.
Ωστόσο, η
δεύτερη δεν είναι μία εύκολα προσδιיορίσιμη και επομένως διיαχειρίσιμη
κατάσταση (τουλάχιστον, όχι στον ίδιο βαθμό με αυτόν της αναπνοής)· πόσω μάλλον
κάτω από τις σημερινές συνθήκες ζωής.
Αυτό ακριβώς
είναι ένα από τα πολλά και ουσιώδη κεφάλαια τα οποία πραγματεύεται η Ορθοφωνία:
Την ανάκληση
και την ενδυνάμωση του φυσικού τρόπου της αναπνοής (αφού η φύση -από τη γέννηση
του ανθρώπου ή του ζώου- έχει ήδη προνοήσει, με την ακούσια διיάταση των
πλευρών και της κοιλιάς κατά την παραγωγή του πρώτου τους ήχου, ο οποίος δεν είναι
άλλος από το κλάμα) ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να γίνει αναστολή ή
γρήγορη καταστολή της όποιας δυσάρεστης ψυχοσωματικής κατάστασης.
Δε γνωρίζω άλλο έμβιο ον το οποίο να αναπνέει τόσο ανορθόδοξα, όσο ο άνθρωπος.
Γι’ αυτό, τις περισσότερες φορές στη ζωή του, πελαγοδρομεί και ενεργεί λανθασμένα».
Αυτά επισημαίνω πάν̂τα στους
μαθητές μου.
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:
Όπου:ˆτο ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.
Ένας ηθοποιός με μεγάλη εμ̂πειρία και αξιόλογη παρουσία, κυρίως στο χώρο του Θεάτρου και του Ραδιיοφώνου (δηλαδή σε δύο πολύ απαιτητικά είδη τα οποία προϋποθέτουν πολλή και συστηματική άσκηση στο λόγο και τη φωνή), επισημαίνει τα κακώς κείμενα, τόσο στον τρόπο διδασκαλίας της Ορθοφωνίας στις Δραματικές Σχολές, όσο και σε αυτόν της παρουσίασης των τραγωδιών στους χώρους των Αρχαίων Θεάτρων -πολλώ δε μάλλον σε αυτόν της Επιδαύρου- θέτον̂τας τα πράγματα στη σωστή τους διיάσταση.
Απόσπασμα από
τη συνέν̂τευξη που παραχώρησε ο Κώστας Καστανάς
στο συν̂τάκτη της εφημερίδας «Πελοπόννησος», Παναγιώτη Ρηγόπουλο.
«Ομολογώ ότι
έχω πάψει να πηγαίνω στο θέατρο, γιατί έχω φοβηθεί· από τις παραστάσεις που
μαθαίνω ότι προκύπτουν και από τη μεγάλη κινητικότητα που υπάρχει.
Έχω την εν̂τύπωση
ότι από τα πολλά που υπάρχουν, πολύ ελάχιστα είναι τα καλά· και δεν προλαβαίνω
να μάθω ποια είναι αυτά.
Συνεχίζον̂ται
οι αυθαιρεσίες και οι υπερβάσεις, γιατί δυστυχώς υπάρχουν μερικοί σκηνοθέτες
που νομίζουν ότι είναι καλύτεροι από το Σοφοκλή, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη.
Κάνουν τα δικά
τους και εμένα αυτό με ενοχλεί, γιατί τους κλασικούς συγ̂γραφείς τούς έχω
υπηρετήσει με μεγάλη αυταπάρνηση, όν̂τας στην καλή εποχή του Εθνικού Θεάτρου· με
το Μινωτή, την Παξινού, τη Συνοδινού, τον Καλλέργη, τον Κωτσόπουλο και πολλούς
άλλους, που εκτιμούσα ιδιיαίτερα.
Βλέπω ότι αυτή
η παράδοση έχει πάψει να υπάρχει. Βγαίνουν
μερικοί μεν, αλλά υπάρχει και ένα έλλειμμα.
Ίσως φταίει
ότι οι Σχολές Υποκριτικής δεν έχουν τα στελέχη που θα έπρεπε να έχουν.
Και βέβαια
έχει εκφυλιστεί ηΕπίδαυρος και
πιστεύω ότι αν μπορούσε να υπάρξει μια αγρανάπαυση, καλό θα ήταν.
Να βάλουν
μερικά λυρικά θέατρα να παίξουν και να ανεβάζουν λιγότερη τραγωδία, γιατί
δυστυχώς αποδεικνύεται ότι ανοίγουν την Επίδαυρο για πράγματα που δεν ανήκουν
εκεί.
Είναι πολύ
σοβαρό το θέμα της μελωδικότητας και της ορθοφωνίας της Ελληνικής Γλώσσας στο Θέατρο.
Νομίζω ότι δεν την υπηρετούν όσο θα έπρεπε και την παραμελούν, την Ελληνική Γλώσσα. Γιατί είναι ένα καλό κεφάλαιο, επίσης πολύ δύσκολο.
Λίγοι είναι οι
εκλεκτοί δάσκαλοι στις ιδιיωτικές ή τις κρατικές Σχολές Υποκριτικής που ξέρουν
να διδάξουν Ορθοφωνία.
Την Ορθοφωνία
δεν πρέπει να την εγ̂καταλείπει ποτέ ο ηθοποιός. Θα πρέπει πάν̂τοτε να κάνει
ασκήσεις, ώστε να μη βρεθεί στη δυσάρεστη έκπληξη που βρέθηκα εγώ στην Επίδαυρο,
πρόσφατα· όταν είδα τα δεκάδες μικρόφωνα.
Και ρώτησα: Tι είναι αυτά;
Μου είπαν: Είναι για τους ηθοποιούς. Δεν ακούγον̂ται!
-Γιατί δεν ακούγον̂ται;
-Γιατί δεν τους έχει πει ποτέ κανείς τίποτα και δεν έχουν
ασχοληθεί με τα μεγάλα θέατρα, τα οποία θέλουν μια ιδιיαίτερη αγωγή του λόγου.
Αλλιώς θα
παίξεις ένα έργο στον κλειστό χώρο, αλλιώς στον ανοιχτό. Θέλει πρόβες και θέλει
άσκηση ειδική!
Εμείς παλιά με
το Εθνικό, για να παίξουμε στην Επίδαυρο, μέναμε ακόμα και ένα μήνα εκεί για να
εγ̂κλιματιστούμε.
Το θεωρώ
απαράδεκτο να υπάρχουνμικρόφωνα στην Επίδαυρο!
Αυτά τα θέατρα
ήταν φτιαγμένα από καταπληκτικούς αρχιτέκτονες, ειδικά για την ανθρώπινη φωνή. Ώστε
να μιλάει ένας υποκριτής και να ακούγεται σε όλο το κοίλον· μέχρι επάνω, στο
τελευταίο διיάζωμα.
Δεν ξέρω τι
συμβαίνει αλλά το κοινό, αν̂τί να εκπαιδεύεται, πηγαίνει προς τα πίσω!
Δε φταίει το
κοινό. Φταίνε οι άνθρωποι του θεάματος, οι οποίοι προσπαθούν να το προσελκύσουν
με τρόπους, ίσως, φθηνούς.
Πάν̂τοτε το Θέατρο
λειτουργούσε με τηλεοπτικούς όρους. Δυστυχώς, αυτός που θέλει να κάνει το
θεατρικό παραγωγό και θέλει να βγάλει χρήματα, προτιμάει να βάλει ανθρώπους
τηλεοπτικούς.
Έτσι όμως το Θέατρο
φθίνει και παύει να επιτελεί το σωστό του έργο· που δεν είναι να κόβει μόνο
εισιτήρια, αλλά να παρουσιיάζει στη σωστή θέση τούς σωστούς ανθρώπους, τους
σωστούς ρόλους.
Μελετημένους
και σοβαρούς στη δουλειά τους, ηθοποιούς και σκηνοθέτες, και απόλυτα
προσαρμοσμένους στην κατεύθυνση του Θεάτρου.
Δεν μπορώ να
κάνω μία θεατρική δουλειά, όπως κάνουν πολλοί άξιοι, νέοι συνάδελφοι· με ένα
μήνα προετοιμασία, ή έστω δύο. Εγώ θέλω τουλάχιστον έξι μήνες για να
προετοιμαστώ σωστά.
Στις
εκφωνήσεις είχα καθίσει και είχα μελετήσει. Δεν είμαι μοναδικός σε αυτό, αλλά
όταν ακούω: Μπράβο! Έχεις ωραία φωνή,
διיαφωνώ.
Δεν είναι αυτό
το θέμα. Είναι ότι για να ηχογραφήσω ένα κείμενο, κάθομαι και το μελετάω πάρα
πολύ! Δεν έχω κάνει ποτέ μου βιαστικά πράγματα.
Παρατηρώ ότι έχει γεμίσει ο
κόσμος με αναγνώσεις, αλλά νομίζω ότι είναι πολύ ακατάλληλοι, ως επί το
πλείστον, αυτοί που διαβάζουν· απ’ ό,τι έχω ακούσει.
Δεν εννοώ ότι
εγώ είμαι ο καλύτερος, αλλά ότι για να κάνεις κάτι χρειάζεται μελέτη. Αν κάνεις
κάτι με μελέτη, είναι καλώς καμωμένο.
Για να διיατηρήσεις
την αίγλη, θα πρέπει να έχεις την αίγλη!
Την αίγλη που
υπήρχε παλιά στο Εθνικό, που μάλιστα την κατηγορούσαν, ήταν γιατί είχε το δικό
του θίασο. Πράγμα που δεν τολμούν να το κάνουν τώρα.
Είχε ένα θίασο
μετρημένο, στον οποίο ήμουν κι εγώ μέλος. Όλοι οι ηθοποιοί, ένας κι ένας!
Τώρα δυστυχώς
έχει ανοίξει το Εθνικό Θέατρο, επειδή υπήρχε η ανεργία, και προσλαμβάνουν όποιον
θέλουν για να συμ̂πληρώσουν τις διיανομές.
Λένε ότι πρέπει
να ανοίξει· να πάρετε κόσμο!...
Μα δεν
παίρνεις έτσι τον κόσμο. Παίρνεις αυτόν που χρειάζεται. Ειδικά στο Εθνικό
Θέατρο μιας χώρας!».
-Κύριε Καστανά, σας ευχαριστώ θερμά για αυτή σας τη δημόσια τοποθέτηση! Κατά κάποιον τρόπο, αποτελεί δικαίωση και για τη δική μου Τέχνη και Επιστήμη που υπηρετώ.
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:
Όπου:ˆτο ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.
«Η λέξη, που από την αρχή της τη ζάρωσαν σα φυσαρμόνικα,
µου φαίνεται σαν πρόσωπο µε σπασμένη, πατικωµένη μύτη.
Μια
λέξη, που της έφαγαν το τέλος της, µου φαίνεται σαν άνθρωπος χωρίς
πόδι.
Την παράλειψη γραμμάτων ή συλλαβών την αισθάνομαι τώρα τόσο
έν̂τονα σα μειονέκτημα, όσο ένα λειψό µάτι ή δόν̂τι· ή ένα
παραμορφωμένο αφτί ή ἀλλο µέρος του σώματος.
Όταν κάποιος, απὀ τη
συνηθισμένη του βαρεµάρα ή ανεµελιά, ανακατεύει όλες µαζί τις λέξεις σε
µια άµορφη μάζα, σκέφτομαι άθελά µου µια μύγα πεσμένη σ’ ένα κιούπι
μέλι, ή το φθινοπωρινό καιρό, όταν απὀ τη λάσπη, την ομίχλη και το
χιονόνερο δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτα.
Ο λόγος χωρίς ρυθµό, όταν η
φράση ξεκινάει αργά, αφηνιיάζει στη µέση του δρόμου και µετά,
πάλι απότομα, γλιστράει κάπου και χάνεται, µου θυμίζει το περπάτημα του
μεθυσµένου και το λαχανιασµένο παραμιλητό κάποιου που πάσχει από χορεία*(είδος νευροπάθειας).
Θα σας έτυχε, βέβαια, κάποτε να διαβάσετε
βιβλία ή εφημερίδες κακοτυπωµένες· µε λειψά γράμματα και µε διיάφορα τυπογραφικά λάθη.
Δεν είναι αληθινό μαρτύριο να κάθεσαι
να κάνεις υποθέσεις και να λύνεις τα αινίγματα που σου βάζει ένα
τέτοιο κείµενο;
Όμως, όσο κι αν δυσκολευτείς να τα βγάλεις πέρα μ’ ένα
κακοτυπωµένο βιβλίο ή μ’ έναν κακό γραφικό χαρακτήρα, στο τέλος θα τα
καταφέρεις, αν βάλεις τα δυνατά σου, να καταλάβεις κάπως το νόημα· το
κρυμμένο πίσω απ᾿ τις λέξεις.
Το έν̂τυπο ή το γραπτό, βρίσκεται
εκεί· μπροστά σου.
Έχεις όλο τον καιρό να το διαβάσεις ξανά και ξανά, ώσπου
να ξεδιαλύνεις τα σκοτεινά σηµεία του.
Μα τι μπορείς να
κάνεις στο θέατρο, όταν οι ηθοποιοί µε την προφορά τους σου προσφέρουν ένα
κείµενο, όμοιο µε κακοτυπωµένο βιβλίο;
Όταν τρώνε ολόκληρα
γράμματα, λέξεις, φράσεις, που συχνά έχουν πρωταρχική σπουδαιότητα για τη
βασική δοµή του έργου;
Ό,τι ειπώθηκε, πάει· πέταξε.
Δεν ξαναγυρίζει.
Το
έργο προχωρεί γοργά στη λύση του, χωρίς να σου αφήσει καν τον
καιρό να σταθείς και να στριφογυρίσεις στο νου σου ό,τι δεν
κατάλαβες».
*Κινητική διיαταραχή η οποία χαρακτηρίζεται από ακούσιες, απρόβλεπτες, μικρής διיάρκειας, ταχείες και ακανόνιστες κινήσεις.
Επειδή εύκολα λησμονούμε τη σημαν̂τικότητα της Ορθοφωνίας στο Θέατρο, αλλά και στην καθημερινή μας επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους.
Η έκδοση του 1961 σε μτφρ. Elizabeth Reynolds Hapgood
ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:
Όπου:ˆτο ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.
Στη μνήμη των αδικοχαμένων συνανθρώπων μας, στην πλειοψηφία
τους στο λυκαυγές της ζωής τους και με ανεκπλήρωτα όνειρα, οι οποίοι είχαν φρικτό και αδόκητο τέλος, λόγω της χρόνιας εγ̂κληματικής
αμέλειας από μέρους της Πολιτείας