Ένρινον είναι και το [γ], όταν ευρίσκεται προ των ουρανικών [κ], [γ], [χ] ή προ του [ξ]: άγκυρα, αγγείον, άγχω, άγξω (Αχιλλέας Τζάρτζανος) ▪ Συλλογιστείτε πώς προφέρεται το πρώτο [γ] στις λόγιες <παγγερμανισμός>, <παγγνωσία> ή <συγγνωστός>, στις οποίες, κατ’ εξαίρεση, δεν έχουμε τροπή του δεύτερου συμφώνου ▪ Αρκετές φορές, τα [μπ] και [ντ] μέσα στη λέξη είναι οι άλλες μορφές των [μβ] και [νδ]: κόμβος → κόμ̂πος, ένδεκα → έν̂τεκα ▪ Αυτό που ουσιיαστικά τρέπεται είναι το δεύτερο σύμφωνο ▪ Όταν γράφω και τα δίψηφα [γγ/γκ], [μπ], [ντ] αφορούν δύο φθόγ̂γους, προσθέτω ένα διיακριτικό ώστε να αναγνωρίζουν απαξάπαν̂τες πώς προφέρον̂ται ▪ Μάθαμε να ορθογραφούμε αλλά όχι να ορθοφωνούμε ▪ Εάν δε γίνει η αναγ̂καία γραπτή διיάκριση ανάμεσα στα έρρινα και τα άρρινα δίψηφα, σε λίγον καιρό θα αναφερόμαστε στην αλλοίωση και τον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (κόμπος [b] ⇔ κόβος, έντεκα [d] ⇔ έδεκα, άγγελος [g] ⇔ agel ≠ angel < άγ̂γελος) ▪ Αν θες να μάθεις να μιλάς σωστά τη μητρική σου γλώσσα και να βοηθήσεις κι άλλους να μιλούν ορθά, να τη γράφεις πάν̂τα με το γνι [γ̂], το μίγμα [μ̂] και το νίγμα [ν̂]

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

ΑΓΜΑ - ΤΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΕΜ'ΠΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ ΜΑΣ, ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ ΑΓΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ



 ΤΟ ΑΓΝΟΗΜΕΝΟ ΣΥΜΦΩΝΟ [γ̂]

Η λέξη άγμα ετυμολογείται από το ρήμα ἄγνυμι (< ρίζα / Ϝαγ/ ή /αγ/ + πρόσφυμα /νυ/ + κατάληξη /μι/), όπου [Ϝ] το δίγαμμα, ένας ήχος όπως το αγ̂γλικό [W] [π.χ.: one > (γ)ουαν].

Η αρχική του ονομασία  -σύμφωνα με τη φωνητική του αξία- ήταν ϝαῦ (στην αγ̂γλική wau) και αν̂τιστοιχούσε στο φοινικικό σύμφωνο ουάου. Η μεταγενέστερη ονομασία (δίγαμμα), οφείλεται στο σχήμα του (το διπλό γάμμα, δηλαδή δύο φορές το γάμμα, το ένα πάνω στο άλλο).

Στην παμφυλιακή διיάλεκτο υπήρχε ένα γράμμα, το [Ͷ], με παρόμοια αξία με αυτήν του ασθενούς διχειλικού [V] ή [W]· γι’ αυτό μπορεί να αναφέρεται και ως παμφυλιακό δίγαμμα.

Ας δούμε όμως τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά:

Ο πρώτος ήχος που παράγει ο άνθρωπος με τη γέννησή του είναι το (γ)ουααα· ένα ρινοποιημένο ουααα, που ουσιיαστικά αποτελεί τη θέση σχηματισμού του μαλακοϋπερωικού [Ν] (αυτό που αλλιώς ονομάζουμε άγμα), ο οποίος καταλήγει σε ένα μακρόσυρτο [α]. Με άλλα λόγια το μωρό, όταν από το ασφαλές, υγρό και ζεστό περιβάλλον, αλλάζει χώρο και περνά στο εκτεθειμένο ανοιχτό, με τους δυνατούς ήχους και το φως, στην προσπάθεια να πάρει την πρώτη του αναπνοή, ανοίγει το στόμα και μέσα από την προσωρινή δυσφορία του -η οποία εκφράζεται με το κλάμα- τελικά σχηματίζει τον ήχο του άλφα [α].

Αυτός είναι ο λόγος που το [α] θεωρείται η μήτρα των φωνηέν̂των (μαζί με το [ο] στη γλώσσα μας αποτελούν τον πυλώνα των φωνηέν̂των) και ο πρώτος ολοκληρωμένος ήχος, δηλαδή καθαρός φθόγ̂γος που φωνεί ο άνθρωπος· αφού οι ήχοι (γ)ου/ŋου εκφράζουν τη μετάβασή του και όχι τη θέση, από το ένα περιβάλλον στο άλλο. Το [ου] στη συγ̂κεκριμένη περίπτωση, λόγω του ηχοχρώματος και της σύν̂τομης κυρίως διיάρκειάς του, θεωρείται εισαγωγικός-προωθητικός ήχος και όχι καθαρός, ολοκληρωμένος. Άλλωστε ο άνθρωπος είναι το μόνο θηλαστικό το οποίο αμέσως μετά την έξοδό του από τη μήτρα φων-ά-ζει, δηλαδή βγάζει φωνή [α], άρα ζει.

Στο σημείο αυτό λοιπόν, επιδιיώκον̂τας να επισημάνω τη σπουδαιότητα των ευ̂φωνικών συνηχήσεων του [ν] και του [μ] στη γλώσσα μας, προχωρώ στην παρακάτω αλληγορική αποτύπωσή τους, αναλογικά προς το ίδιο το ἄγνυμι: 

Από το ανοιχτό φωνήεν [α], το οποίο είναι το προθεματικό, περνάμε στο [γ] και τη θέση στην οποία πρέπει να βρίσκεται η γλώσσα για τη διיαμόρφωση του ήχου, τόσο του [Ϝ] όσο και του [ŋ]· με το [γ] να δηλώνει την αξία του μαλακοϋπερωικού [Ν] (αν̂τίστοιχη περίπτωση με αυτήν των συμ̂πλεγμάτων γχ, γξ) και επομένως στη ρίζα [αγ], η οποία αποτελεί τη βάση. Αμέσως μετά στο προσφυματικό [νυ] -το οποίο συμ̂πίπτει με την παλαιότερη γραφή του Νι, προσδιיορίζον̂τας τόσο τον οπίσθιο αλλόφωνο ήχο του, δηλαδή το [ŋ], όσο και τον αν̂τίστοιχο κλειστό του [υ] (το τελευταίο στην αρχαία ελληνική εκφερόταν από τη θέση του [ου]- σχηματίζον̂τας το θέμα [ἄγνυ]· και τέλος στην κατάληξη [μι], με την οποία δηλώνεται η ιδιיότητα του [ŋ]: άλλοτε να εκρήγνυται, επιδρών̂τας στα [γ], [κ], [τ] (π.χ.: συŋγγενής < συŋ + γενής < συν + γένος,  έŋγκριση < εŋ + κρίση < εν + κρίνω,  σύŋνταγμα < συŋ + τάγμα < συν + τάσσω) και άλλοτε να διיαχέεται στη στοματική κοιλότητα ενεργοποιών̂τας το Μι, προκειμένου να επηρεάσει το [π] και να το ηχηροποιήσει (π.χ.: πάŋμμπολλα < παŋμ + πολλά < παŋ + πολλά < παν + πολύς).

[αγ  νυ  μι]

Παράγωγο του γνυμι (που σημαίνει διיαχέω, διיασκορπίζω, συν̂τρίβω, θραύω, σπάω) είναι το άγμα (δηλαδή το τεμάχιο, το θραύσμα, από το οποίο προκύπτει η λέξη κάταγμα)· με το [γ] να δηλώνει τόσο την παραπάνω ιδιיότητα του [ŋ], όσο και τη συνάφειά του με το [μ], και το [α] να ορίζει την αρχή και το τέλος: το άρτιο, δηλαδή το όλον της λέξης.

Με πιο απλά λόγια, αν λάβουμε υπόψη την ιδιיότητα του [α], το οποίο όχι μόνο περιβάλλει τη λέξη αλλά και χαρακτηρίζει τη δομή της, έχουμε το αθροιστικό αποτέλεσμα να αποδίδει στον απόλυτο βαθμό την έννοια, τη θέση και την αξία του [ŋ] στη γλώσσα μας, με το άγμα:

1. να μην απαν̂τά ποτέ στην αρχή της λέξης ([α] αν̂τί για ])

2. να έχει θέση στο μέσον της λέξης και στο γραπτό λόγο να αποδίδεται με το γράμμα [γ]

3. να φέρει τη διττή ιδιיότητα: αφενός να ενεργοποιεί το [μ] (πριν από το [π]), αφετέρου να εισχωρεί στο σχηματισμό του και να τον επηρεάζει, με συνέπεια να μετατρέπει τον ήχο του από εμ̂πρόσθιο ρινικό στον αν̂τίστοιχο μέσο σκληροουρανικό [ɱ] (< ŋm). Είναι δηλαδή [ɱ], σύμμικτος ήχος· και όχι ατόφιο [μ], αφού αρχικά παρεμβάλλεται ο ήχος του [ŋ]

Πράγματι, αν δοκιμάσει κάποιος να φωνήσει το αμ ŋmɱ) έναν̂τι του μα (mα), θα διיαπιστώσει ότι στην πρώτη περίπτωση ο ήχος του [μ] σχηματίζεται πιο πίσω και επομένως είναι πιο έρρινος (απαλότερος) από αυτόν του μα (mα - πιο βαρύς). Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: η επίδραση του [ŋ] στο [μ]

4. να μην απαν̂τά στο τέλος καμιάς λέξης ([α] αν̂τί για [ŋ]), δηλαδή να είναι μέσος, περίκλειστος ήχος

Βάση αυτών προκύπτει η παρακάτω σχέση μεταξύ της λεκτικής του απόδοσης και της φωνητικής του θέσης, αξίας και ιδιיότητας μέσα στη λέξη:

(λεκτική απόδοση) άγ (νυ) μ (ι) α  (φωνητική θέση αξία ιδιיότητα) άγ̂μα άŋmα άɱα άμα ≠ μα

Ενδιיαφέρον επίσης έχει να δούμε στο φοινικικό συλλαβάριο τη σημασία των συμβόλων του [μ] και του [ν], όπως και τη μεταξύ τους σχέση, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τη χρήση και την αξία τους. Το [μ] ονομαζόταν μεμ και σήμαινε νερό και το [ν] νουν, δηλαδή ψάρι (ή φίδι), με το [ν] να ενυπάρχει στο [μ], όπως το ψάρι στο νερό. Αν σε αυτά προσθέσουμε τόσο τον σημασιολογικό-ετυμολογικό όσο και τον ευ̂φωνικό τους χαρακτήρα (μαζί με το [λ] θεωρούν̂ται τα κατεξοχήν μουσικά σύμφωνα), αν̂τιλαμβάνεται κανείς εύκολα την αξία τους στη γλώσσα μας. Γι’ αυτό και όταν βρίσκον̂ται στο μέσον των γηγενών λέξεων δεν πρέπει να παραλείπον̂ται.

Οι Πυθαγόρειοι φιλόσοφοι συσχέτιζαν τους αριθμούς -τους οποίους αποκαλούσαν σοφούς- με τα γράμματα, προκειμένου να αναδείξουν τη σημασία των λέξεων· και αυτό γιατί θεωρούσαν την ελληνική μία γλώσσα μαθηματική (δηλαδή σοφή), γεμάτη αρμονία, συμβολισμούς και νοήματα:

«Τι το σοφόν;... Ο αριθμός! Τι δεύτερον εις σοφίαν;... Ο τοις πράγμασιν τα ονόματα θέμενος. Τι το ωραιότερον;... Η αρμονία».

Το [Γ] στο ελληνικό αλφάβητο αν̂τιστοιχεί στον αριθμό 3. Επομένως το [Ϝ], το οποίο είναι δύο [Γ] (δις+γάμμα) έχει αριθμητική αξία 3x2 = 6. Άλλωστε στην πρώιμη μορφή του ελληνικού αλφαβήτου -μέχρι τη σίγησή του- αυτή τη θέση κατείχε, πριν αν̂τικατασταθεί από το στίγμα [Ϛ/ΣΤ΄]. Την ίδια αριθμητική αξία έχει και το άγμα [ŋ].

Προκειμένου να διיευκρινιστεί η απόδοσή του και να αποφευχθεί η σύγχυση με τα [γ], [γγ/γκ], στο γραπτό λόγο χρησιμοποιώ το σύμβολο [γ̂] (π.χ. φεγ̂γάρι, αγ̂καλιά), το οποίο αποτελεί και εισήγησή μου.

Η λέξη άγμα πρωτοεπισημάνθηκε από τον Ίωνα το Χίο (φιλόσοφο, ιστορικό και τραγικό ποιητή, κατά κάποιους εφάμιλλο των μεγάλων τραγικών ποιητών μας), ο οποίος ήταν σύγχρονος του Περικλή και έζησε από κον̂τά το χρυσό αιώνα της Αθηναϊκής Πολιτείας. Μερικοί αποδίδουν την ετυμολογία του στην επίδραση του κοινού ως σύμβολο, όσο και όμορου στο σχηματισμό γάμμα (> άγμα με αν̂τιμετάθεση, πιθανόν και αναλογικά προς τα σίγμα-στίγμα). Ο ίδιος ο Ίων το χαρακτήρισε ως το 25ο γράμμα του αλφαβήτου μας (τα δίγαμμα, στίγμα, κόππα, σαμ̂πί είχαν ήδη αφαιρεθεί, αφού είχαν πάψει να έχουν φωνητική αξία). Ωστόσο για το συγ̂κεριμένο φθόγ̂γο δεν επινοήθηκε κάποιο γράμμα, με συνέπεια το γάμμα να φέρει διπλή σημασία: άλλοτε αυτήν του [γ] και άλλοτε αυτήν του μαλακοϋπερωικού [ν]. (Έρρινο είναι το [γ] πριν από άλλο ουρανικό σύμφωνο, δηλαδή πριν από τα [γ], [κ], [χ], ή πριν από το [ξ], επισημαίνει ο Τζάρτζανος στη γραμματική του). Κρίμα γιατί αν είχε συμβεί αυτό, σήμερα θα είχε δοθεί λύση στο βασικότερο πρόβλημα στην προφορά της γλώσσας μας.

Την παραπάνω μαρτυρία του Ίωνα επιβεβαιώνουν οι λατίνοι συγ̂γραφείς Μάρκος Τερέν̂τιος Βάρρων, Λούκιος Άκκιος και ο Πρισκιανός ο γραμματικός.

Πρισκιανός (Απόσπασμα από τη Γραμματική της Λατινικής - Βιβλίο Ι.39)


Ο Βάρρων, στο πρώτο του βιβλίο για την προέλευση της λατινικής γλώσσας, λέει με αυτά τα λόγια: Όπως γράφει ο Ίων, το εικοστό πέμיπτο γράμμα είναι αυτό που ονομάζουν άγμα· το οποίο δεν έχει μορφή, αλλά ο ήχος είναι κοινός στα Ελληνικά και τα Λατινικά, όπως στις λέξεις: aggulus, aggens, agguilla, iggerunt. Σε τέτοιες λέξεις οι Έλληνες και ο δικός μας ο Άκκιος γράφουν διπλό [g], ενώ άλλοι γράφουν [ng], γιατί εύκολο δεν είναι να καταλάβουμε την αλήθεια σε όλα αυτά. Ομοίως: agceps, agcora.

Ευτυχώς που δεν επικράτησε η άποψη του Άκκιου και των ομόγνωμών του· δηλαδή η μεταγραφή του δίψηφου [γγ/γκ] από τα ελληνικά στα λατινικά σε [gg/gc], αλλά ό,τι επεσήμανε ο Ίων για τον κοινό ήχο (το άγμα), ανάμεσα στις δύο γλώσσες, με αποτέλεσμα ο φθόγ̂γος να δηλωθεί στη γλώσσα τους με το [n]. Διיαφορετικά θα κατέληγαν και αυτοί να εκφέρουν, όπως οι περισσότεροι εξ ημών: κακόφωνα και ψευδά.

Φαν̂ταστείτε λόγου χάρη, οι Λατίνοι αν̂τί του angulus (< ελλην. αγ̂κύλος) να έλεγαν aggulus  Αgglia  egglish (γιατί όλα τους ομόρριζα είναι) και ο κόσμος ανά την οικουμένη να μιλούσε σήμερα παραφθαρμένα. Εμείς όμως μαθαίνουμε αγγλικά [g] (αν̂τί του ορθού αγ̂γλικά [ŋg]), but we speak english and not eglish! Ελληνικά θα μάθουμε ποτέ;!... Για ποια οικουμενικότητα της Ελληνικής μιλούμε σήμερα; Μήπως για αυτήν μιας γλώσσας που σέβον̂ται οι ξένοι και ξέρουν να την προφέρουν καλύτερα από εμάς;!

Στο Διיεθνές Φωνητικό Αλφάβητο, το μαλακοϋπερωικό [Ν] ονομάζεται agma ή angma (με τον πρώτο τύπο να είναι συνεπέστερος προς τη ρίζα και τον δεύτερο ορθότερο προς τον ήχο τον οποίο δηλώνει), ενώ υπάρχει και η απόδοση ingma [< ing + (ang)ma / (ag)ma] που αφορά στην κατάληξη -ing, για λέξεις όπως οι: ζάπινγκ, κάμיπινγκ, μάρκετινγκ, πάρκινγκ κ.λπ.

Ο Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΜΑ [γ̂]


Στα όσα αναφέρει ο έγ̂κριτος γλωσσολόγος-λεξικογράφος στην τηλεοπτική εκπομ̂πή της δημοσιογράφου Βίκης Φλέσσα «Σε προσκυνώ, γλώσσα», συμ̂πληρωματικά σημειώνω τα παρακάτω:

1. Το μαλακοϋπερωικό [Ν] απαν̂τά στη γλώσσα μας πριν και από το διπλό σύμφωνο [ξ] (π.χ. ελέγξιμος  ελέŋξιμος)
2. Στα αρχαία ελληνικά οι λέξεις λήγουν επίσης και σε [ξ], ]ψ] (π.χ. λυγξ, μύωψ)
3. Η αναφορά στην τροπή του συμφωνόληκτου [μ] σε [ν], σε λέξεις όπως: τομ λύκομ (< τοŋμ λύκοŋμ)  τον λύκον, δώρομ (< δώροŋμ)  δώρον, έφερομ (< έφεροŋμ)  έφερον, επιβεβαιώνει την ενύπαρξη του [ν] στο [μ], όταν προηγείται φωνήεν

Η ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΟΥ ΜΑΛΑΚΟΫΠΕΡΩΙΚΟΥ [ŋ] (ΑΛΛΙΩΣ [γ̂])


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:   ˆ   το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             י    η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΑΣΚΑΛΟ, ΗΘΟΠΟΙΟ ΚΑΙ ΔΙἈΝΟΗΤΗ, ΛΥΚΟΥΡΓΟ ΚΑΛΛΕΡΓΗ



Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΦΟΡΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, ΤΗΝ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ, ΤΟ ΡΟN̖TΗΡΗ ΚΑΙ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

Το μεγάλο δάσκαλο και ηθοποιό του Θεάτρου μας Λυκούργο Καλλέργη, τον θυμάμαι πρώτη φορά στην παράσταση του Εθνικού «Ο Σεβάσμιος Πολιτικός» του βραβευμένου με Νομπέλ Τόμας Έλιοτ, το 1972, όπου ενσάρκωνε το Λόρδο Κλάβερτον και ο πατέρας μου το Φεντερίκο Γκόμεθ. (Φυσικά στο παρελθόν είχαν συμ̂παίξει αρκετές φορές στο θέατρο, τον κινηματογράφο και το ραδιיόφωνο και έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση ο ένας προς το πρόσωπο του άλλου· τόσο σε επίπεδο ανθρώπων, όσο και δασκάλων - καλλιτεχνών).

Δύο χρόνια αργότερα, τον ξαναείδα στο «Θάνατο του Δανיτόν» του Μπύχνερ· σε ένα πολύ δυνατό και πολυπρόσωπο έργο, με ένα επιτελείο σπουδαίων ηθοποιών στις τάξεις του Εθνικού, όπου υποδυόταν το Ροβεσπιέρο και ο πατέρας μου τον Εισαγ̂γελέα Φουκέ.

Από την παράσταση «Ο Σεβάσμιος Πολιτικός»

«Ο Θάνατος του Δανיτόν»: Ο Καλλέργης (κάτω στο κέν̂τρο)
και ο πατέρας μου στην έδρα (δεύτερος από αριστερά)

Και στα δύο αυτά έργα μού είχε κάνει ιδιיαίτερη εν̂τύπωση, τόσο η επιβλητική του παρουσία όσο και το ηχόχρωμα της φωνής του. Στην πραγματική ζωή ήταν ένας πολύ γλυκύς, οξυδερκής και προσηνής άνθρωπος· καμία σχέση με τη σοβαρότητα και το κύρος που ως ηθοποιός απέπνεε επί σκηνής. 

Το 1977, πάν̂τα με το Εθνικό, έπαιξαν στο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, στη «Μήδεια» του Ευριπίδη· εκείνος το ρόλο του Αιγέα και ο πατέρας μου τον Κρέον̂τα.


ΤΙΤΛΟΙ ΤΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
«ΡΑN̖TΕΒΟΥ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ» (1960)
*Το σενάριο της οποίας είχε γράψει ο πατέρας μου και στο έργο είχε συμ̂παίξει και με τη μητέρα μου.

Το 1988, στις εξετάσεις αποφοίτησής μου από την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Ωδείου Αθηνών, Πρόεδρος της Επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού ήταν ο  Λυκούργος Καλλέργης.

Για τις διπλωματικές εξετάσεις είχα προετοιμάσει δύο σκηνές, σε διδασκαλία του πατέρα μου. Στην πρώτη σκηνή υποδυόμουν  τον Ντομένικο Σοριάνο, από το έργο «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο και στη δεύτερη το Σμιρνώφ από την «Αρκούδα» του Ανיτόν Τσέχωφ. (Υπόψιν ο Καλλέργης έχει μεταφράσει μοναδικά τα περισσότερα έργα του κορυφαίου ρώσου δραματουργού).

Ο Καλλέργης, όπως και τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, ενθουσιיάστηκαν από την παρουσίαση και με αξιολόγησαν με Άριστα. Μάλιστα, όταν ολοκληρώθηκαν οι εξετάσεις, εκφράστηκε με πολύ κολακευτικά λόγια στον πατέρα μου για τον τρόπο απόδοσης του Τσέχωφ.

Το 2004, ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος με ετίμησε με το προλόγισμά του στη Β' Έκδοση του έργου μου «Αγωγή του Προφορικού Λόγου  Η Προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας».

Υπήρξε αφειδής απέναν̂τί μου (ίδιיον όλων των πραγματικά μεγάλων). Του είμαι πάν̂τα ευγνώμων και τον ευχαριστώ θερμά για τα επαινετικά του λόγια.

Σε αυτό, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Διάβασα την εξαιρετικά ενδιיαφέρουσα μελέτη για την Αγωγή και την Ορθή Προφορά της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας του καθηγητή Άρη Βαφιά και σπεύδω να τον συγχαρώ από καρδιάς για την πολύτιμη αυτή κατάθεσή του, πάνω σ’ ένα ζήτημα τόσο σοβαρό και εθνικό, που μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί από τους υπεύθυνους φορείς, καμία ιδιיαίτερη σημασία.
Πιστεύω ότι ο αποκαλυπτικός τρόπος που πραγματεύεται το θέμα, οι συγ̂κεκριμένες αναγωγές και προτάσεις του αλλά και οι ακριβείς υποδείξεις του, όχι απλώς χαρακτηρίζουν το έργο, αλλά οδηγούν με ευκολία τον αναγνώστη στη γνώση και κατανόηση της ορθής προφοράς της νεοελληνικής γλώσσας.
Η Νεοελληνική Γλώσσα είναι μία, ενιαία και αδιיαίρετη και πρέπει να διδάσκεται ιδιיαιτέρως και ομοιοτρόπως, στα Σχολεία και στα Πανεπιστήμια και πρέπει να γράφεται και να ομιλείται από το σύνολο του ελληνικού λαού.
Η γλώσσα αυτή βέβαια δεν πρέπει να αισιοδοξούμε ότι, στη γραφή και στην προφορά της θα διיαμορφώνεται μονάχη της, χωρίς την παρέμβαση της Παιδείας. Γιατί η γλώσσα, χωρίς να μπαίνει σε καλούπια, ακολουθεί κάποιους κανόνες. Κάθε αλλαγή όμως και κάθε πρόοδος στα θέματα γραφής και προφοράς της γλώσσας, πρέπει να αρχίζει από την οργανωμένη Παιδεία και από το Σχολείο. Υπάρχουν κανόνες γραπτοί και διδακτέοι. Και είναι προφανές ότι η γλώσσα δεν πρέπει να κυλάει σαν το ποτάμι, που ανοίγει μόνο του το δρόμο προς τη θάλασσα -προς τη γνώση- χωρίς ο άνθρωπος να παρεμβαίνει και να χαράζει και να διיαμορφώνει την κοίτη αυτού του ποταμού.
Σε αυτή την ελεγχόμενη πορεία της γλώσσας προς το ποτάμι, η διיαμορφωτική παρέμβαση του αγαπητού καθηγητή Άρη Βαφιά, αποτελεί την πολυτιμότερη και τη χρησιμότερη προσφορά. Είναι άξιος παν̂τός επαίνου και πάσης αποδοχής».

Τον Καλλέργη τον απασχολούσε βαθύτατα το θέμα της ορθής εκφοράς του νεοελληνικού λόγου. Είχε ιδιיαίτερη ευαισθησία στη σωστή προφορά της γλώσσας μας. Για αυτό το λόγο είχε ενστερνιστεί την πρόταση συμ̂πλήρωσης του αλφαβήτου μας με την προσθήκη των λατινικών [b], [d] και [g], τα οποία θα αποσαφήνιζαν την προφορά των έρρινων από τα  άρρινα δίψηφα συμφώνα (π.χ.: αμbέλι - έbα) και θα επέλυαν οριστικά το πρόβλημα και τη σύγχυση που δημιουργείται.


Το ίδιο ακριβώς ζήτημα, μείζονος σημασίας, απασχόλησε και συνεχίζει εν̂τόνως να απασχολεί και εμένα, αφού η παράλειψη των [μ] και [ν] δεν οδηγεί απλώς στην κακοφωνία αλλά και στον ψευδισμό της Κοινής Νεοελληνικής (π.χ.: κολύμπι [b⇔ κολύβηση), σε τέτοιο βαθμό, ώστε ενώ η ειδικότητά μου πραγματεύεται πολλά περισσότερα, να χρειάζεται να επικεν̂τρωθώ στην προφορά και για το λόγο αυτό:

1. να συγ̂γράψω δύο έργα αποκλειστικά για αυτήν (την Αγωγή του Προφορικού Λόγου και το Λεξικό Προφοράς)

2. να εισηγηθώ την πλήρη αξιοποίηση του τόνου και της αποστρόφου στο γραπτό λόγο, σε μία πιο διיακριτική μορφή (ή άλλων δυνητικών συμβόλων, όπως αυτά που χρησιμοποιώ στο παρόν άρθρο). Μάλιστα, το ερέθισμα και κατ’  επέκταση η εισήγησή μου, προέκυψε ως αν̂τιπρόταση στην άποψη του Καλλέργη για τη χρήση των λατινικών γραμμάτων, ώστε ως οικεία σύμβολα να μην ξενίζουν στο γραπτό λόγο, ούτε να βάλλουν την ιστορική μας ορθογραφία
 
3. να δημιουργήσω το παρόν ιστολόγιο και να δραστηριοποιηθώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με σκοπό (όπως αναφέρεται και στην κεφαλίδα του ιστολογίου), τη διיάσωση και διיάδοση της Προφοράς της Κοινής Νεοελληνικής.

Το άρθρο αυτό συν̂τάχθηκε μετά από προσωπική μου ανάγ̂κη να αποτίσω φόρο τιμής, στον εξαίρετο άνθρωπο και δάσκαλο του θεάτρου και της γλώσσας μας, Λυκούργο Καλλέργη.

Ο Καλλέργης (αναφέρομαι σε παρόν̂τα χρόνο, γιατί κάποιους ανθρώπους -ακόμη και αν έχουν φύγει- τους έχουμε μέσα μας), αποτελεί πρότυπο ήθους, συναδελφικότηταςευγένειας, ταπεινοφροσύνης, εργατικότητας και ορθής εκφοράς λόγου. Ό,τι δηλαδή χρειάζεται ένας ηθοποιός για να ποιήσει ήθος (γιατί εύκολα το ξεχνάμε αυτό) και να ολοκληρωθεί ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Σε κάθε ευκαιρία τον μνημονεύω, πάν̂τοτε, με βαθιά εκτίμηση και αγάπη. 

ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:   ˆ   το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             י    η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2024

Ο ΜΙΝΩΤΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ

 


Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ - ΗΘΟΠΟΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ


«Δεν ξέρω τι εμ̂πειρία έχει το ξένο θέατρο. Ξέρω όμως τι εμ̂πειρία έχει το δικό μας θέατρο, το οποίον ασχολείται επί πάρα πολλά έτη και οργανωμένα πλέον, για τα φεστιβάλ των Αθηνών και το φεστιβάλ Επιδαύρου.

Επί ένα τέταρτον αιώνος, κάθε χρόνο, δοκιμάζει τις δυνάμεις του και την τεχνική του, για να μπορέσει να ερμηνεύσει τα αρχαία έργα.

Ε, ξένοι δεν νομίζω ότι ασχολούν̂ται όσο πολυασχολούμαστε εμείς. Άλλωστε εμείς έχουμε γεννηθεί με το προνόμιο να έχουμε κληρονομήσει αυτά τα τεράστια έργα, αλλά συγχρόνως και την υποχρέωση να τα ερμηνεύσουμε. Άρα, προσπαθούμε επί πολλά έτη και πολλές γενεές να φτάσουμε σε κάποιο αποτέλεσμα.

Οι πάρα πολλοί καλλιτέχναι που ετίμησαν με την παρουσία τους αυτό το χώρο, έχουν πεθάνει· και εμείς έχουμε μείνει και προσπαθούμε να συνεχίσουμε το έργο τους.

Νομίζω ότι οι ξένοι πρέπει να είναι πάρα πολύ ευχαριστημένοι με αυτό που κάνουμε στο Αρχαίο Δράμα, διיότι οι ίδιοι δεν έχουν τίποτα να μας αν̂τιπαρατάξουν. Βεβαίως, σε άλλο είδος θεάτρου, δεν συζητώ· διיότι έχουν και αυτοί τα δικά τους: όπως οι Εγ̂γλέζοι στον Σαίξπηρ ή οι Γάλλοι στο Μολιέρο.

Ο Διονύσης Φωτόπουλος είναι εις τη γραμμή του Φωκά. Δηλαδή το εξαίσιο φόρεμα που μου έχει κάνει, ξεκινάει από την αισθητική του Αν̂τώνη Φωκά· τον οποίον συνεχίζει.

Δεν υπάρχει άλλη λύση για μας, από το ένδυμα του πέμיπτου προ Χριστού αιώνος, όπου εγράφησαν αυτά τα έργα. Δηλαδή λέω ότι όλες οι παραστάσεις που αποτολμούν σήμερα να βάλουνε ρούχα του τριάν̂τα ή του πενήν̂τα, ή του τριάν̂τα έξι ή του δέκα… είναι όλα σκηνοθετικές ανοησίες και αν̂τικαλλιτεχνικές πράξεις, οι οποίες έπρεπε να  τιμωρούν̂ται αυστηρώς.

Εάν βάλεις τον Οιδίποδα, πριν τον γράψει ο Σοφοκλής, ήτανε τσοπάνος. Δηλαδή... έπρεπε να φοράει προβιές, έπρεπε να φοράει… Ναι, Ταρζάν».  (Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, 1977)

– Φυσικά για χρήση μικροφώνου σε αυτές τις παραστάσεις, ούτε λόγος! Απλά, αδιיανόητη. Θέατρο χωρίς Ορθοφωνία δε γίνεται· πόσο μάλλον Αρχαίο Δράμα στην Επίδαυρο. 


ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH:

Όπου:   ˆ   το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             י    η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

                 

Άρης Βαφιάς, MA RCSSD
ΚαθΑγωγής Προφ. Λόγου & Φωνής

Σύνοψη του Τονικού Συστήματος Αποσαφήνισης της Προφοράς  

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

ΜΑΘΗΜΑ ΠΡΟΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ - Γ' ΜΕΡΟΣ




ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ «ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ» [ΕΚΔΟΣΕΙΣ 1919 & 1938]



Στη συλλαβική αύξηση ρημάτων που αρχίζουν από δίψηφο σύμφωνο (π.χ.:
μπαίνω - μπω), σιγού
ν̂ται τα [μ], [ν] και το σύμ̂πλεγμα προφέρεται ατόφια.
* (ε)τέν̂τωνε [(ε)τέŋdωνε] < τεν̂τώνω
Το ρήμα δεν αρχίζει από δίψηφο σύμφωνο ώστε να σιγείται το [ν].
** η
μ̂πορούσε [ηɱbορούσε] < ημ̂πορώ < εμ̂πορώ < ευπορώ/ έμ̂πορος
αλλά μπορώ > μπορούσε [b] (δημ.)  (ε)μπήκε [b] < μπαίνω
* τον + τσοπάνη → τον+τ+σοπάνη → τοŋ+σοπάνη 
 τοŋοπάνη [τοŋτοπάνη]
* τον + τσακώσουν → τον+τ+σακώσουν→ τοŋ+σακώσουν 
→ τοŋακώσουν [τοŋτακώσουν]
* Κατά τη συμ̂προφορά των λέξεων, δηλ. όταν δε μεσολαβεί παύση
στο λόγο, το [σ] τρέπεται σε άτονο [ζ]: πατέρας + να 
→ πατέρανα 
* Με τροπή του φατνιακού [ν] σε μαλακοϋπερωικό:
τον + Τζανή 
→ τοŋτζανή
* τον + πάŋgο → τοɱάŋgο (συνήχηση των [μ] και [ν])
έμπα [b]
* την + τσιɱbίδα  τηŋτιɱbίδα (συνήχηση των [ν] και [μ])
* δεν + κάθοŋdαι [κάθον̂ται] → δεŋάθοŋdαι (διττή συνήχηση του [ν])
τσιμπούκι [b] (< τουρκ. çubuk)
Τα ευ̂φωνικά [μ], [ν] σιγούν̂ται σε λέξεις που αρχίζουν από δίψηφο
σύμφωνο και έχουμε άμεση 
επανάληψή του, ώστε να δι

י

ατηρείται η
ηχητική ακολουθία (περίπτ. μπουμπούνισε), όπως και στις ξένες οι
οποίες ε
ν̂τάσσον̂ται στο κλιτικό μας σύστημα (π.χ.: μπομπονιέρα).
Όμως θα πούμε: μπα
μ̂πού (< αγ̂γλ. bamboo - άκλ.) και όχι μπαμπού [b]
απαν̂τώ
 απαν̂τών̂τας [απαŋdώŋdας] κ.ο.κ.
* Ρήγας + δεν + ξέρει → Ρήγαδεν + ξέρει → Ρήγαδεν+κσέρει →
→ Ρήγαδεŋg̊+σέρει → Ρήγαδεŋg̊z̥έρει


Παραθέτω τα παραπάνω κείμενα αποδομένα με βάση την εισήγησή μου για το γραπτό λόγο, προκειμένου να μάθουν οι επόμενες γενιές να προφέρουν σωστά τη γλώσσα μας (!)

Η ΚΥΡΑ-ΧΑΪΔΩ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟN̖TΙΚΙ

«Ντουλάπι εγύρευες, ε;
Πάλι ψωμί μού ήθελες;
Γιατί να χώνεσαι παν̂τού;
Αν σ’ αρέσει, έμπα πια σε ντουλάπι».
Αυτά έλεγε η κυρα-Χάιδω με θυμό
και εφώναξε τη Χιόνα:
«ψι, ψι, ψι... Χιόνα, έλα!
Χιόνα, ένα πον̂τίκι! Ένα πον̂τίκι!»

Το πον̂τίκι εγύριζε ανήσυχο μέσα σε μια φάκα.
Ετέν̂τωνε τα αφτιά του.
Εκοίταζε να κόψει το σύρμα, μα δεν ημ̂πορούσε·
αυτού που εμπήκε, δε θα μπορέσει πια να φύγει.
«Νίαου! νιάου!», έρχεται η Φιόνα...

ΠΑΙΖΟΜΕ ΤΟΝ ΚΟΥΤΣΟ ΛΥΚΟ;

Όλα τα παιδιά έχουν διיάλειμμα.
– «Τζανή, Τζανή! Παίζομε τον κουτσό λύκο;...», εφώναξεν ο Ρήγας.
– «Παίζω, Ρήγα. Κάμε εσύ τον κουτσό λύκο και εγώ θα κάμω τον τσοπάνη», απάν̂τησεν ο Τζανής.
– «Παίζομε και εμείς, παίζομε και εμείς!», φωνάζουν τότε και άλλα παιδιά.
Και αρχίζουν το κυνηγητό.
Ο Ρήγας πηδά κούτσα-κούτσα, εδώ και εκεί!
Τα άλλα παιδιά είναι οι τσοπάνηδες.
Πάνε πίσω από το Ρήγα και κουτσαίνουν.
Τον κυνηγούν, μα δεν μπορούν να τον τσακώσουν.
Όλο ξεφεύγει.
Κοιτάτε τον!... Σαν κατσίκι πηδά.

Ο ΓΕΡΟ-ΒΑΓ̖ΓΕΛΗΣ, Ο ΤΣΑΓ̖ΚΑΡΗΣ

– «Παππούλη! Είπεν ο πατέρας να μου μπαλώσεις τα παπούτσια»,
εφώναξεν ο Ρήγας και εχαιρέτησε το γερο-τσαγ̂κάρη, το Βαγ̂γέλη.
Ο Βαγ̂γέλης όμως δεν ακούει.
Κον̂τά σ’ ένα χαμηλό πάγ̂κο δουλεύει ακόμη.
Ο γερο-τσαγ̂κάρης πότε ράβει και πότε καρφώνει.
Ράβει και τεν̂τώνει τους αγ̂κώνες, σα να μαλώνει.
Καρφώνει, και σ’ όλο το τσαγ̂κάρικο ακούγεται: τακ, τακ! Τοκ, τοκ!
– «Ε, κυρ-Βαγ̂γέλη! Δεν ακούς; Εχάλασαν πάλι τα παπούτσια μου!»,
εφώναξε πιο δυνατά ο Ρήγας.
– «Εσύ είσαι, Ρήγα, και δε σε εκατάλαβα; Εχάλασαν πάλι τα παπούτσια! Εγώ την Τετάρτη τα έραψα. Τι είναι αυτά;», είπε ο γερο-Βαγ̂γέλης, ο τσαγ̂κάρης.
– «Παίζω τον κουτσό, κυρ-Βαγ̂γέλη, με τον Τζανή, τον εγ̂γονό σου!», του απαν̂τά ο Ρήγας.
Εχαμογέλασε ο γερο-τσαγ̂κάρης και είπε: «Παιδιά μου, γεια να ‘χετε, και να παίζετε πάν̂τα τον κουτσό! Εδώ είναι ο γερο-Βαγ̂γέλης, ο τσαγ̂κάρης».

ΠΑΙΖΟΜΕ ΤΙΣ ΔΑΣΚΑΛΕΣ;

– «Κορίτσια, κορίτσια!... Παίζομε τις δασκάλες;», εφώναξεν η Ρήνα.
– «Παίζομε, παίζομε!», απάν̂τησαν η Βαγ̂γελίτσα, η Φανή και άλλα κορίτσια.
– «Καθήστε εδώ σε αυτό τον πάγ̂κο», είπεν η Ρήνα.
«Εσείς θα είστε τα παιδιά και εγώ η δασκάλα σας».
Τα κορίτσια εκάθισαν αμέσως.
Φωνάζουν και περιμένουν τη δασκάλα να αρχίσει το μάθημα.
Εφόρεσεν η Ρήνα στη μύτη τα γυαλιά της γιαγιάς.
Επήρε στο χέρι μια μεγάλη ρίγα και εστάθηκε κον̂τά στο παράθυρο.
Όλα τα κορίτσια εσώπασαν και την εκοίταζαν στα μάτια.
Και η δασκάλα των άρχισε να λέγει μίαν ωραία ιστορία.

ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΒΡΕΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑ ΦΟΡΤΩΜΕΝΟΣ

Βιαστικά περνούσε από κει μια κότα. Είδε το γάιδαρο να βρέχεται και του είπε:
«Βρέχεσαι, καημένε! Φύγε, έμπα μέσα! Θα χαλάσεις τη φορεσιά σου».
– «Καλύτερα βρεμένος, παρά φορτωμένος...», απαν̂τά ο Ψαρής. Και συλλογίζεται το βαρύ φόρτωμα και τη μαγ̂κούρα του γερο-Κανέλη.

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ ΔΕΜΕΝΗ

Η Ρήνα τα γύριζε συχνά με την τσιμ̂πίδα για να μην καπνίσουν. Κι ο Ρήγας περίμενε να ψηθούν.
Τσακ!... Έσκασε ένα κάστανο και πήδησε ψηλά. Η Βάσω άκουσε τον κρότο και ξύπνησε.
– «Το δικό μου είναι αυτό», είπε. Άπλωσε το χέρι και γύρευε να το πάρει.
– «Όχι, αυτό είναι του Ρήγα!», είπε η γιαγιά.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΦΤΙΑΝΟΥΝ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟ

Οχτώ παιδιά παίζουν στο σπίτι του Ρήγα.
Κάτι φτιάνουν. Πηγαίνουν κι έρχον̂ται.
Βγαίνουν και μπαίνουν. Ούτε στιγμή δεν κάθον̂ται.
Τα βλέπετε στη μέση της αυλής; Πόσο χιόνι μάζεψαν!...
Φτιάνουν πρώτα-πρώτα ένα κορμί.
Ύστερα φτιάνουν ένα κεφάλι· και χέρια και πόδια.
Του βάζουν στο στόμα ένα τσιμπούκι για να καπνίζει.
Ύστερα του δίνουν στο χέρι κι ένα μακρύ ραβδί.
«Θα ξυλίζει τ’ άταχτα παιδιά», λέει η Βαγ̂γελίτσα.
«Έτσι γδυτός, θα κρυώνει!», λέει η Ρήνα· και στη στιγμή του ρίχνει στη ράχη ένα πανωφόρι.
Τώρα πια δεν κρυώνει ο χιονάνθρωπος.
Ο Βελής όμως δεν τον αφήνει ήσυχο. Τον κοιτάζει από μακριά, τον γαβγίζει και γυρεύει να τον δαγ̂κάσει.
Ο χιονάνθρωπος όμως δε φοβάται τίποτα.

Ο ΡΗΓΑΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ

Ξαφνικά φύσηξε δυνατός αέρας.
Ύστερα άστραψε ο συννεφιασμένος ουρανός και μπουμπούνισε.
Τι μπόρα ήταν εκείνη!... Πρώτη φορά είδαν να πέφτει τόσο νερό.
Η θάλασσα θύμωνε και φούσκωνε· η βάρκα πήγαινε εδώ και κει.
Ζαλισμένος ο Ρήγας, δεν ξέρει τι να κάμει.
Μα να! Τους βλέπει ο Σγουρός, ο ψαράς.
Πηδά σε μια βάρκα και πηγαίνει κον̂τά τους.
Σε λίγο τους βγάζει στην ακρογιαλιά.
Όλοι τους είναι μουσκεμένοι.
«Ε, καπετάνιε!», λέει ο Σγουρός στο Ρήγα. «Δε φτάνει μονάχα η βάρκα· χρειάζεται και καραβοκύρης».

ΔΙ'ΕΥΚΡΙΝΙΣH

Όπου:   ˆ   το ευ̂φωνικό [ŋ] ή [ɱ] πριν από το δίψηφο σύμφωνο.

             י    η εκφορά των φθόγ̂γων χωριστά, χωρίς συνίζηση.

             
             o    η άτονη φώνηση του φθόγ̂γου.